Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

ΕΞΑΓΟΡΕΣ : MOU 1-6 μήνες - DD έλεγχοs α) εταιρικών εγγράφων, β) συνδεδεμένων εταιρειών, γ) πελατολογίου, δ) υποκαταστημάτων, ε) αγωγών st) περιουσιακής κατάστασης επιχείρησης (ακίνητα, εξοπλισμός, χρηματικά διαθέσιμα κτλ.),

Legal Insight Σεπτέμβριος 2025 Γιώργος Ψαράκης, ΜΔΕ, LL.M., PgCert (αναδημοσίευση από daily.nb.org) Σε παλαιότερα άρθρα μας είχαμε ασχοληθεί με τις ρήτρες εχεμύθειας/εμπιστευτικότητας (NDA/CA) και το MOU (Μνημόνιο Κατανόησης) στις εξαγορές επιχειρήσεων (βλ. εδώ κι εδώ). Σήμερα θα εξετάσουμε το επόμενο στάδιο στην πορεία μιας εξαγοράς, που είναι ο προσυμβατικός έλεγχος της επιχείρησης (due diligence). To due diligence («DD») αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά στάδια της όλης διαδικασίας. Εκεί ο υποψήφιος αγοραστής γνωρίζει καλύτερα το τι σκοπεύει να αγοράσει, μαθαίνει για πιθανά προβλήματα, ελαττώματα, αδυναμίες κοκ. Το DD ακολουθεί συνήθως την υπογραφή του MOU και διαρκεί, τις περισσότερες των περιπτώσεων, από 1-6 μήνες, ανάλογα φυσικά με τον όγκο των δεδομένων και το μέγεθος της ομάδας που θα τον αναλάβει. Το DD περιλαμβάνει έλεγχο κυρίως α) εταιρικών εγγράφων (έγγραφα σχετικά με τη σύσταση, εκπροσώπηση και διοίκηση της εταιρείας), β) συνδεδεμένων εταιρειών, γ) πελατολογίου, δ) υποκαταστημάτων, ε) αγωγών και ύπαρξη πιθανών αντιδικιών, στ) ύψους και μεταβολών μετοχικού κεφαλαίου, ζ) περιουσιακής κατάστασης επιχείρησης (ακίνητα, εξοπλισμός, χρηματικά διαθέσιμα κτλ.), η) δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, θ) πιστωτικών συμβάσεων, ι) εξασφαλίσεων (ενέχυρα, προσημειώσεις, υποθήκες κτλ.), ια) φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης, ιβ) συμβάσεων, ιγ) εργασιακών σχέσεων κοκ. Τα αποτελέσματα του DD είναι σημαντικά για δύο λόγους: 1. Κατά πρώτον, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τίμημα. Αν εντοπιστούν προβλήματα κατά τον έλεγχο, τότε το προτεινόμενο τίμημα ενδέχεται να μειωθεί ή να εξαρτηθεί από αιρέσεις κτλ.. Ενώ αν εντοπιστούν εστίες κινδύνου τότε η ανάληψη ρίσκου εκ μέρους του αγοραστή ενδέχεται να επηρεάσει τη διαμόρφωση του τιμήματος ώστε να συνδυαστεί και με ρήτρες απόδοσης κτλ. (βλ. την υπ΄αριθμ. 493/2021 ΤρΕφΑθ, Qualex: «Για το λόγο αυτό άλλωστε, προκειμένου να διαμορφώσουν την τιμή αγοράς των μετοχών, προέβησαν, μέσω της εταιρίας ..., σε προσυμβατικό οικονομικό έλεγχο (due diligence), ώστε να εξακριβωθεί η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης που θα αποκτούσαν. Συνεπώς, η αξία των αγορασθέντων μετοχών διαμορφώθηκε με βάση τον έλεγχο που διενεργήθηκε το Μάρτιο του 2001 από την άνω ελεγκτική εταιρία, η οποία κατέγραψε τόσο το κυκλοφορούν ενεργητικό, όσο και το σύνολο των υποχρεώσεων της μεταβιβαζόμενης εταιρίας σε προμηθευτές, πιστωτές, φορολογικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις σε ασφαλιστικούς οργανισμούς»· βλ. και 344/2021 ΜΕφΑθ, Qualex: «Επειδή όμως, κατά την παρατήρηση της ελέγκτριας εταιρίας, η αξία των αποθεμάτων δεν ήταν επιβεβαιωμένη, τα μέρη, ως προς το μέγεθος αυτό, διατύπωσαν την παρακάτω επιφύλαξη και εξάρτησαν το τελικό ύψος του τιμήματος από την πλήρη οριστικοποίησή του εντός χρονικού διαστήματος 20 ημερών»). 2. Κατά δεύτερον, διαμορφώνουν τους συμβατικούς όρους του SPA (συμφωνητικού πώλησης μετοχών/εταιρικών μεριδίων) καθότι οι φόβοι του αγοραστή, που πηγάζουν από τα πορίσματα του DD, μετουσιώνονται σε προσπάθεια μετάθεσης κινδύνων στον πωλητή μέσω συμβατικών όρων στη συμφωνία πώλησης. Το DD, εξάλλου, καθορίζει σε ένα μεγάλο βαθμό και την ευθύνη του πωλητή μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς. Τούτο διότι η γνώση του αγοραστή περί πιθανών ελαττωμάτων της επιχείρησης πριν την πώληση αυτής, καταλήγει στην απαλλαγή του πωλητή από τυχόν ευθύνη του (βλ. ΑΚ 539). Τούτο είναι κατ’ αρχήν λογικό: δεν μπορείς ενώ γνώριζες το πρόβλημα, να έρχεσαι μετά τη συναλλαγή και να το επισημαίνεις με σκοπό να μειώσεις το τίμημα ή να ζητήσεις αποζημίωση. Αν εν γνώσει σου αγοράζεις μια ελαττωματική επιχείρηση, αναλαμβάνεις τον σχετικό κίνδυνο και προφανώς έχεις «περάσει» το εν λόγω ελάττωμα στο συμφωνηθέν τίμημα. Για τον λόγο αυτό συνήθως παραδίδεται από τον πωλητή στον αγοραστή μια «επιστολή γνωστοποίησης» όπου απαριθμούνται όλα τα έγγραφα που έχουν γνωστοποιηθεί στον πωλητή ή συμφωνείται ότι όλα τα έγγραφα που έχουν αναρτηθεί στο Virtual Data Room θεωρείται πως έχουν γνωστοποιηθεί στον αγοραστή και ο τελευταίος γνωρίζει το περιεχόμενό τους (Disclosure Letter - βλ. λ.χ. την υπ΄αριθμ 6285/2013 ΠΠρΑθ, Qualex: «Πέραν της κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενης γενικής γνώσης της ενάγουσας για την ανακρίβεια του ισολογισμού που αφορούσε την εν γένει οικονομική κατάσταση της ενάγουσας αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας κοινοπραξία, παρά την διενέργεια του νομικό-οικονομικού ελέγχου υπό χρονική πίεση, είχε ενημερωθεί για τη ύπαρξη της οφειλής της αντισυμβαλλόμενής της έναντι στην Ολλανδική Εταιρία και τελούσε σε γνώση του ότι ο ισολογισμός ήταν ανακριβής ως προς τη συγκεκριμένη Απαίτηση»· βλ. και την υπ΄αριθμ. 6119/2011 ΠΠρΑθ, ΝΟΜΟΣ: «Εντούτοις, μέχρι την υπογραφή της από 11/10/2001 ενοχικής συμβάσεως πωλήσεως και αγοράς μετοχών (shares purchase agreement) η δικαιοπάροχος της πρώτης των εναγομένων της υπ’ αριθ. 3 κρινομένης αγωγής Κοινοπραξία των Εταιρειών ........./........ τελούσε εν γνώσει της πραγματικής καταστάσεως τόσο σχετικά με την δεινή οικονομική κατάσταση της «.................», όπως αυτή αποτυπωνόταν στους δημοσιευμένους ισολογισμούς της «.................», όσο και σχετικά με τις καθυστερήσεις ως προς την εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων με τους ......./.......... δεδομένου ότι αφενός μεσολάβησε η διαδικασία επαληθεύσεως των στοιχείων του data room (verification period), στην οποία συμμετείχε εκπροσωπούμενη από εξειδικευμένους οικονομικούς συμβούλους της ελεγκτικής Εταιρείας«....................» και από νομικούς συμβούλους της «.................», ήτοι τον ............. και τον ................, και αφετέρου έλαβε ενημέρωση από τους κοινοπρακτικούς εταίρους της «.................», όπως η ίδια η πρώτη των εναγομένων ομολογεί…»). Εξάλλου, στο πλαίσιο μιας σύμβασης εξαγοράς (SPA), υπάρχουν διάφορες συμβατικές διαμορφώσεις, ώστε να αποτυπώνεται κάθε φορά η βούληση των μερών σε σχέση με το διενεργηθέν DD: Α. Υπάρχει η δυνατότητα να συμφωνηθεί ότι το DD δεν έχει καμία σημασία ως προς την ευθύνη του πωλητή. Δηλ. ακόμα και να έλαβε γνώση ο αγοραστής μέσω του DD ορισμένων ελαττωμάτων της επιχείρησης, ο πωλητής θα ευθύνεται κανονικά εφόσον υποσχέθηκε μια επιχείρηση χωρίς ελαττώματα (ρήτρα “pro-sandbagging”). Αυτή η ρήτρα έχει ως σκοπό την προστασία του αγοραστή από λ.χ. παροχή εγγράφων τελευταία στιγμή, για τα οποία δεν υπάρχει χρόνος επεξεργασίας ή από αδυναμία υπολογισμού των επιπτώσεων ορισμένων ζητημάτων στην οικονομική συμφωνία (και άρα παραπέμπεται το ζήτημα αυτό να κριθεί σε δεύτερο χρόνο σε επίπεδο αποζημίωσης). Β. Υπάρχει η δυνατότητα να συμφωνηθεί ότι για να απαλλαγεί από τυχόν ευθύνη του ο πωλητής, θα πρέπει ο αγοραστής να έχει λάβει γνώση του προβλήματος με συγκεκριμένο τρόπο. Δηλαδή να μην συνάγεται ένα ελάττωμα συνειρμικά από κάποιο έγγραφο λ.χ. που έχει διαβάσει ο αγοραστής αλλά να προκύπτει άμεσα από αυτό. Πολλές φορές ο υποψήφιος αγοραστής και οι σύμβουλοί του βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλο αριθμό εγγράφων, συμβάσεων, οικονομικών καταστάσεων κτλ. Από κάθε έγγραφο ή και από την έλλειψη συγκεκριμένου εγγράφου/σύμβασης, μπορεί να προκύπτει κάποια παραδοχή· λ.χ. μπορεί να έχει γνωστοποιηθεί μία σύμβαση με έναν προμηθευτή της εξαγοραζόμενης επιχείρησης, που να περιέχει όμως έναν άκυρο όρο ο οποίος και μπορεί να θεμελιώσει κάποια αξίωση αποζημίωσης σε βάρος της. Αν τελικά αυτή η αξίωση διεκδικηθεί μετά την εξαγορά, είναι ένα ερώτημα αν μπορεί να στηρίξει την απαλλαγή της ευθύνης του ο πωλητής στο γεγονός ότι γνώση της συγκεκριμένης σύμβασης είχε λάβει ο αγοραστής. Συνήθως τα μέρη θα διαμορφώνουν τους αντίστοιχους όρους ώστε να απαλλάσσεται από τυχόν ευθύνη του ο πωλητής μόνο εφόσον το ανακύψαν ζήτημα προκύπτει άμεσα και απευθείας από το κοινοποιηθέν έγγραφο· δηλ. στην περίπτωσή μας η γνωστοποίηση της σύμβασης δεν θα αρκούσε αλλά θα έπρεπε να έχει γνωστοποιηθεί κάποια λ.χ. εξώδικη δήλωση ή αγωγή του προμηθευτή. Κλείνοντας, σκοπός τελικά του DD είναι να δοθεί στον αγοραστή μια όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα για τα ουσιώδη και σοβαρά προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν και να συνδράμει αφενός στον καθορισμό του τιμήματος της πώλησης, αφετέρου στην κατανομή της ευθύνης μεταξύ των μερών όταν έρθει η ώρα της κατάρτισης του συμφωνητικού εξαγοράς (SPA)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Εξαίρεση εισοδήματος του πτωχού – οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία και ετησια απαλλαγη από κήρυξη της πτώχευσης οφειλών του.

Legal insight Οκτώβριος 2025 Ελεάννα Καρανικόλα, Δικηγόρος Περίληψη: Σε προηγούμενα άρθρα μας αναφερθήκαμε στη διαδικασία που ακολουθείται για την κήρυξη πτώχευσης μικρού αντικειμένου, όπως και στα περιουσιακά στοιχεία που κρατεί ο οφειλέτης – πτωχός μετά την κήρυξη του σε πτώχευση (βλ. εδώ). Στο παρόν, θα ασχοληθούμε με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 92 παρ. 3 του ν. 4738/2020 («ΚΑφ») για την πλήρη εξαίρεση μέρους του ετήσιου εισοδήματος του πτωχού – οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία και τη συνακόλουθη ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 192 παρ. 2 ΚΑφ, δυνάμει της οποίας ο πτωχός απαλλάσσεται σε ένα (1) έτος από την κήρυξη της πτώχευσης από τις οφειλές του. 1. Η νομοθετική πρόβλεψη Μία εκ των βασικότερων συνεπειών που επέρχονται από την κήρυξη της πτώχευσης είναι και ο διαχωρισμός της περιουσίας του πτωχού σε πτωχευτική και μεταπτωχευτική χάριν εξυπηρέτησης των σκοπών της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 93 παρ. 1 ΚΑφ, ο οφειλέτης δεν μπορεί να διοικεί εφεξής την περιουσία του, δηλαδή να τη διαθέτει και να τη διαχειρίζεται, καθώς οι συγκεκριμένες εξουσίες περιέρχονται εφεξής στον σύνδικο της πτώχευσης. Η πτωχευτική περιουσία, η οποία εμπίπτει στους ανωτέρω περιορισμούς και εξυπηρετεί τους σκοπούς της πτώχευσης, αποτελείται από το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσής του, ενώ ό,τι αποκτήθηκε μετά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο περιλαμβάνεται στην μεταπτωχευτική περιουσία και παραμένει στη διοίκηση του πτωχού (βλ. αναλυτικότερα εδώ). Ως εξαίρεση στην ανωτέρω διάκριση, με το άρθρο 92 παρ. 2 ΚΑφ, ο νομοθέτης προέβλεψε την υπό προϋποθέσεις υποχρέωση του οφειλέτη να εισφέρει ένα τμήμα του ετήσιου εισοδήματός του στην πτωχευτική περιουσία έως την απαλλαγή του. Ειδικότερα, εισφέρεται το μέρος του ετησίου εισοδήματος του οφειλέτη, αφού αφαιρεθούν οι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου κατά την παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όποιο είναι υψηλότερο εκ των δύο. Εντούτοις, με την παράγραφο 3 του άρθρου 92 ΚΑφ, επανερχόμαστε στον κανόνα της εξαίρεσης των εισοδημάτων του οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία, όταν συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις που θα εκτεθούν κατωτέρω. 2. Οι προϋποθέσεις υπαγωγής και τα έννομα αποτελέσματα Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να υπαχθεί ο οφειλέτης – πτωχός στην εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: Τα πάγια περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (είτε κύρια κατοικία είτε άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία είτε το σύνολο αυτών) να έχουν αξία άνω των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000€), όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 4738/2020. Η αξία της περιουσίας του οφειλέτη να υπερβαίνει το 10% των συνολικών του υποχρεώσεων, οι οποίες θα εξακριβωθούν με βάση το στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας και ειδικότερα με βάση την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς τη διαδικασία ελέγχου των απαιτήσεων. Συγκεκριμένα, όταν δεν έχει παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία για την αναγγελία των απαιτήσεων των πιστωτών, τότε οι συνολικές υποχρεώσεις του οφειλέτη θα προκύπτουν από τα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση πτώχευσης έγγραφα (βλ. άρθρ. 79 παρ. 6 ΚΑφ). Να μην έχουν προσμετρηθεί τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν στη διάρκεια των δώδεκα μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση που πληρούνται τα ως άνω κριτήρια, εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη ανεξαρτήτως ύψους μέχρι και το πενταπλάσιο των ευλογών δαπανών διαβίωσης (ενδεικτικά, με βάση τις στατιστικές της ΕΛΣΤΑΤ το ποσό των εύλογων δαπανών διαβίωσης ετησίως για έναν ενήλικα ανέρχεται στις 6.448€ και το πενταπλάσιο αυτών στις 32.240€.). Η ratio legis της επίμαχης νομοθετικής ρύθμισης, ως αυτή εμφαίνεται από την αιτιολογική έκθεση του ΚΑφ, είναι η αποφυγή της υπερβολικής επιβάρυνσης του οφειλέτη με την υποχρέωση εισφοράς και μέρος των εισοδημάτων του, ιδίως όταν έχει εισφέρει ήδη αξιόλογο και επαρκές μέρος της περιουσίας του στην πτωχευτική διαδικασία (βλ. ενδεικτικά την υπ’ αρ. 6/2023 ΕιρΙλίου). Για την υπαγωγή του οφειλέτη στην εν λόγω ευεργετική διάταξη, θα πρέπει ο ίδιος να υποβάλει σχετική αίτηση στο Πτωχευτικό Δικαστήριο (ή, άλλως, να συμπεριλάβει σχετικό αίτημα στην αίτηση πτώχευσης) και να εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίσει ότι συντρέχουν σωρευτικά οι ανωτέρω προϋποθέσεις και ακολούθως, θα εξαιρέσει από την πτωχευτική περιουσία το μέρος του ετήσιου εισοδήματος που όφειλε να προσφέρει ο πτωχός στην πτωχευτική περιουσία. Σημαντικό πλεονέκτημα της υπαγωγής του οφειλέτη που κηρύχθηκε σε πτώχευση στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ, είναι η συνακόλουθη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 192 παρ. 2 ΚΑφ. Πιο συγκεκριμένα, καταρχήν ο οφειλέτης – πτωχός απαλλάσσεται πλήρως από κάθε οφειλή προς τους πτωχευτικούς πιστωτές, ανεξαρτήτως του αν έχουν αναγγελθεί ή όχι, τριάντα έξι (36) μήνες από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του. Σημειωτέον ότι, η εν λόγω προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και με παρέμβαση στη συζήτηση της αίτησης εξαίρεσης των εισοδημάτων του πτωχού. Ωστόσο, ειδικά για τους οφειλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση των εισοδημάτων τους, ως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω, επιφυλάχθηκε η σύντμηση της προθεσμίας απαλλαγής από τα χρέη τους στο ένα (1) έτος από την κήρυξη της πτώχευσης. Επί τούτου, προσφάτως με το άρθρο 245 του ν. 5222/2025 (ΦΕΚ Α 134/28.07.2025), διευκρινίστηκε ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 192 παρ. 2 ΚΑφ και την απαλλαγή στο ένα (1) έτος, απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης από το πτωχευτικό δικαστήριο, με την οποία θα εξαιρούνται τα εισοδήματά του οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία βάσει του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ. Συνεπώς, δεν αρκεί μόνο το γεγονός της πλήρωσης των όρων της διάταξης, αλλά απαιτείται και η έκδοση σχετικής απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου που αναγνωρίζει τη συνδρομή των επίμαχων κριτηρίων και διατάσσει την εξαίρεση των εισοδημάτων (βλ. σχετικά την υπ’ αρ. 93/2024 ΕιρΑθ). Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι, με την υπ’ αρ. 564/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε, ως δικαιοπολιτικά ορθό ότι, δικαιούμενοι της υπαγωγής στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ και της απαλλαγής εντός ενός (1) έτους από τις οφειλές τους, είναι και οι οφειλέτες, οι οποίοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της διάταξης για την εξαίρεση των εισοδημάτων τους από την πτωχευτική περιουσία, πλην όμως, δεν διαθέτουν εισόδημα. Αναλυτικότερα, στην επίμαχη υπόθεση, ο αιτών, ο οποίος είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, έχοντας μηδενικό εισόδημα, οφειλές ύψους 1.380.048,00€ και δεδομένου ότι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του τα οποία δεν αποκτήθηκαν τους τελευταίους 12 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ανέρχονται στο ποσό των 268.816,35€, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 100.000€ και το 10% του συνόλου των οφειλών του, ήτοι το ποσό των 138.004,80€, υπέβαλε αίτηση στο Πτωχευτικό Δικαστήριο για την αναγνώριση των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ και την απαλλαγή από τις οφειλές του στο (1) έτος, η οποία έγινε δεκτή. 3. Αντί επιλόγου Συμπερασματικά, με το ανωτέρω πλέγμα διατάξεων του ΚΑφ, ο νομοθέτης προνόησε για την ευμενέστερη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας οφειλετών που πτώχευσαν, μέσω της, υπό προϋποθέσεις, εξαίρεσής τους από την υποχρέωση απόδοσης μέρους του ετήσιου εισοδήματός τους στην πτωχευτική περιουσία. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι εν λόγω οφειλέτες εισέφεραν ήδη ένα σημαντικό τμήμα της περιουσίας τους στην πτωχευτική περιουσία, ενώ η σημαντικότερη έννομη συνέπεια της υπαγωγής στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ΚΑφ, είναι η επέλευση της απαλλαγής τους από τα χρέη τους εντός ενός (1) έτους από την κήρυξη της πτώχευσής τους.

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕΣΩ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ - ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ - ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Legal insight Ιανουάριος 2026 Γιώργος Κεφαλάς, ΜΔΕ mult., MSc., PgCert (αναδημοσίευση από nbdaily.org) Περίληψη: Ο εξωδικαστικός μηχ...