Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ σε Εκκαθάριση ΑΕ απο Απόφ.Γ.Σ./2008. Διάρκεια ΠΡΟΣΩΡΙΝΏΝ ΕΚΚΑΘ. (Δικηγ.Εταιρεία ΨΑΡΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΣ αναδημ. Απόφασης)

Εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2474/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία έγινε δεκτή αίτηση του εντολέα μας, μετόχου ανώνυμης εταιρείας (Α.Ε.) για διορισμό προσωρινών εκκαθαριστών αυτής, λόγω ελλείψεως νόμιμης διοίκησης. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε κύρια παρέμβαση που άσκησαν οι διορισθέντες πριν δώδεκα (12) έτη, βάσει απόφασης της Γενικής Συνέλευσης (Γ.Σ.) των μετόχων της ως άνω Α.Ε., εκκαθαριστές, με την οποία αιτούνταν την απόρριψη της ως άνω αίτησης, κρίνοντας ότι η θητεία τους είχε λήξει λόγω παρόδου της διάρκειάς της και ότι, ως εκ τούτου, συντρέχει περίπτωση έλλειψης νόμιμης διοίκησης. Ειδικότερα: • Το ιστορικό και η δικαστική αντιπαράθεση: Η εν λόγω Α.Ε. λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση με απόφαση της Γ.Σ. των μετόχων της το 2008. Με την ίδια απόφαση της Γ.Σ. εκλέχθηκαν ως εκκαθαριστές δύο πρόσωπα. Το 2025 επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε ακίνητο ιδιοκτησίας του εντολέα μας από την ως άνω Α.Ε., προς ικανοποίηση φερόμενης χρηματικής απαίτησής της σε βάρος του εντολέα μας. Η Α.Ε. εκπροσωπούταν στο σύνολο των εξώδικων και δικαστικών ενεργειών (και) στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης από τους εκλεγέντες το 2008 εκκαθαριστές. Με βάση δε τις διατάξεις του καταστατικού της εν λόγω Α.Ε. η θητεία τους οριζόταν ως τετραετής και είχε λήξη, ήδη, από το 2012. Συνεπώς, κατόπιν της λήξης της θητείας τους, παρέμεναν ανομιμοποίητα στο «τιμόνι» της εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην ασκούν νομίμως τις όποιες εξώδικες και δικαστικές πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης. Ο εντολέας μας (μέτοχος μειοψηφίας της Α.Ε., κύριος ποσοστού 13% του καταβεβλημένου κεφαλαίου) με την κρίσιμη αίτηση ζήτησε, λόγω έλλειψης νόμιμης διοίκησης, τον δικαστικό διορισμό (προσωρινών) εκκαθαριστών της εν λόγω Α.Ε. με την εξουσία να προβούν σε όλες τις νόμιμες και αναγκαίες ενέργειες για την σύγκληση Γ.Σ. των μετόχων με θέμα ημερήσιας διάταξης την ανάδειξη οριστικών εκκαθαριστών. Τούτο, προκειμένου η εταιρεία να αποκτήσει νόμιμους διοικητές, για να ενεργήσουν τα δέοντα στο πλαίσιο του σκοπού της εκκαθάρισης. Κατά της αίτησης παρενέβησαν κυρίως οι τέως εκκαθαριστές, ισχυριζόμενοι ότι η θητεία τους ταυτίζεται με τη διάρκεια της εκκαθάρισης, και ότι η αίτηση ασκείται καταχρηστικά από τον αιτούντα με αποκλειστικό σκοπό την παρεμπόδιση νόμιμων εκτελεστικών ενεργειών εις βάρος του. • Η κρίση του Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο απέρριψε την κύρια παρέμβαση των τέως εκκαθαριστών και έκανε δεκτή την αίτηση του εντολέα μας ως ουσιαστικά βάσιμη, δεχόμενο ότι υφίσταται έλλειμα νόμιμης διοίκησης που πρέπει να καλυφθεί δικαστικά, κατ’ άρθ. 786 § 1 ΚΠολΔ και 73 εδ. β’ ΑΚ. Συγκεκριμένα έκρινε ότι: Η θητεία των εκκαθαριστών δεν ταυτίζεται με τη διάρκεια της εκκαθάρισης, αλλά διέπεται αναλόγως από τις διατάξεις περί θητείας του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα άρθρα 167 παρ. 4 και 5 ν. 4548/2018 (προϊσχύον άρθρο 49 παρ. 7 ν. 2190/1920). Συνεπώς, δέχθηκε ότι εν προκειμένω η θητεία τους είχε λήξει μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την εκλογή τους, βάσει σχετικής πρόβλεψης στο καταστατικό της εν λόγω Α.Ε. περί του ανώτατου ορίου θητείας των μελών του Δ.Σ.. Συγκεκριμένα στα κρίσιμα χωρία η απόφαση αναφέρει τα εξής: «[…] Ο διορισμός εκκαθαριστών, οι οποίοι πλέον διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρείας και την εκπροσωπούν δικαστικά και εξώδικα, συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου, εφαρμόζονται δε ως προς αυτούς αναλόγως οι διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο. Αν δεν υπάρχουν εκκαθαριστές, διορίζονται με δικαστική απόφαση, η οποία δύναται να εκδοθεί στο πλαίσιο της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 786 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 73 εδ. β’ ΑΚ περί ελλείψεως εκκαθαριστών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ περί ελλείψεως προσώπων διοίκησης […] Δεδομένου ότι στο καταστατικό δεν υφίσταται ειδική διάταξη σχετικά με τον χρόνο θητείας των εκκαθαριστών, ούτε ορίστηκε τέτοιος χρόνος με την προαναφερθείσα από […]2008 απόφαση της γενικής συνέλευσης, εφαρμόζονται αναλόγως, σύμφωνα με αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, οι σχετικές ρυθμίσεις για το διοικητικό συμβούλιο, που περιέχονται στο άρθρο 7 παρ. 1 του καταστατικού, κατά το οποίο «Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία από τη Γενική Συνέλευση με τριετή θητεία που παρατείνεται μέχρι την Τακτική Γενική Συνέλευση του έτους της εξόδου του. Σε κάθε περίπτωση η θητεία δεν μπορεί να υπερβεί τα τέσσερα (4) έτη…». Ενόψει τούτων, η θητεία των κυρίως παρεμβαινόντων έληξε με τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την εκλογή τους, ήτοι στις […]2012, χωρίς να συγκληθεί γενική συνέλευση των μετόχων για την εκλογή νέων εκκαθαριστών. Ο ισχυρισμός των κυρίως παρεμβαινόντων ότι η ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 85 του ν. 4548/2018 περί ανωτάτου ορίου θητείας δεν συνάδει με τον σκοπό της εκκαθάρισης και ότι η διάρκεια της θητείας του εκκαθαριστή ταυτίζεται με τη διάρκεια της εκκαθάρισης, η οποία δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι τόσο το προϊσχύσαν άρθρο 49 παρ. 7 του ν. 2190/1920, όσο και το νυν ισχύον άρθρο 167 παρ. 5 του ν. 4548/2018 παραπέμπουν, ως προς τους εκκαθαριστές, ευθέως στις διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο, χωρίς να εξαιρούν το ζήτημα της θητείας. Εξάλλου, η γενική συνέλευση των μετόχων παραμένει το ανώτατο όργανο της εταιρείας και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, ως εκ τούτου δε ασκεί έλεγχο και εποπτεία επί των εκκαθαριστών, που έχουν διαδεχθεί το διοικητικό συμβούλιο στην άσκηση της εξουσίας διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας. Δεν υφίσταται, συνεπώς, δικαιολογητικός λόγος για τον αποκλεισμό της εφαρμογής των περί θητείας διατάξεων, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται ο έλεγχος του διοικητικού οργάνου της εταιρείας από τη γενική συνέλευση […]». Ως προς δε τον ισχυρισμό των τέως εκκαθαριστών περί κατάχρησης δικαιώματος του αιτούντος, το Δικαστήριο τον απέρριψε, κρίνοντας ότι ο διορισμός εκκαθαριστών είναι αναγκαίος για τη σύννομη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εταιρείας, και ότι μόνο η επαχθής για τον αντίδικο άσκηση δικαιώματος από πλευράς της Α.Ε. δεν αρκεί για τη θεμελίωση κατάχρησης, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο διόρισε εκ νέου τους κυρίως παρεμβαίνοντες ως εκκαθαριστές της εταιρείας με την εντολή να προβούν –εντός ορισθείσας προθεσμίας– στη σύγκληση Γ.Σ. των μετόχων με θέμα ημερήσιας διάταξης την εκλογή νέων εκκαθαριστών, δυνάμενοι να διενεργούν στο μεταξύ μόνο αναγκαίες πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης στο πλαίσιο πάντα του σκοπού της εκκαθάρισης. Για συναφή ζητήματα έλλειψης νόμιμης διοίκησης και διορισμού προσωρινής διοίκησης στην Α.Ε., δείτε επίσης τα άρθρα μας «Η Προσωρινή Διοίκηση της Ανώνυμης Εταιρείας στην Πράξη», «Διορισμός Προσωρινής Διοίκησης Νομικού Προσώπου λόγω Σύγκρουσης Συμφερόντων (ΑΚ 69)» και «Οι Εξουσίες της Διοριζόμενης Προσωρινής Διοίκησης του Άρθρου 69 του Αστικού Κώδικα».

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΟΙΚΟΥΝΤΩΝ-ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ, ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ Ν.4738

Εταιρικοί Διοικητές και Κώδικας Αφερεγγυότητας: Οφέλη και παγίδες αναδημοσίευση από Nomiki Bibliothikh daily Γιώργος Κεφαλάς Ένα καίριο ερώτημα σε περίπτωση υποβολής αίτησης εξωδικαστικού μηχανισμού, κατάρτισης συμφωνίας εξυγίανσης ή πτώχευσης νομικού προσώπου είναι τι ισχύει ως προς την ευθύνη των αλληλεγγύως ευθυνόμενων προσώπων. Πώς ευθύνονται, δηλαδή, οι πρόεδροι, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι κλπ έναντι των δημόσιων φορέων μετά την υπαγωγή του νομικού προσώπου στις ως άνω διαδικασίες. Ο Κώδικας Αφερεγγυότητας περιλαμβάνει διατάξεις για τη ρύθμιση των οφειλών φυσικών και νομικών προσώπων (εξωδικαστικός μηχανισμός), την εξυγίανση επιχειρήσεων (εξυγίανση), καθώς και την πτώχευση και την απαλλαγή φυσικών προσώπων και εταιρικών διοικητών (πτώχευση και απαλλαγή). Σε κάθε περίπτωση που μία εταιρεία προχωρά σε μία από τις ως άνω διαδικασίες, ανακύπτει ένα κομβικό ερώτημα: Τι ισχύει σε σχέση με τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα; Με άλλα λόγια, τι επίδραση έχει ως προς την ευθύνη τους ο εξωδικαστικός μηχανισμός, η εξυγίανση ή η πτώχευση της εταιρείας της οποίας είναι διοικητές; Η αλληλέγγυα ευθύνη για οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) προβλέπεται στο άρθρο 49 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) και στο άρθρο 31 του νόμου 4321/2015, αντίστοιχα. Τα πρόσωπα που φέρουν τις ιδιότητες που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις (πρόεδροι, διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι κλπ) ευθύνονται, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο, για τις προβλεπόμενες οφειλές (φόρος εισοδήματος, παρακρατούμενοι και επιρριπτόμενοι φόροι, ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ, ασφαλιστικές εισφορές). Στο παρόν άρθρο εξετάζουμε τις αντίστοιχες προβλέψεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό, την εξυγίανση και την πτώχευση. Εξωδικαστικός μηχανισμός Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο καταρτίσει σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών μέσω της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού (είτε της διμερούς είτε της πολυμερούς), σύμφωνα με την περ. στ’ του άρθρου 22 του ν. 4738/2020, οι έννομες συνέπειες της ρύθμισης επέρχονται όχι μόνον ως προς τον αιτούντα, αλλά και ως προς τυχόν πρόσωπα που έχουν κατά νόμο εις ολόκληρον ευθύνη για τις οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση. Μάλιστα, σύμφωνα με την Ε. 2065/2022, η επέκταση των αποτελεσμάτων στα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα ισχύει και αναφορικά με την αναστολή του άρθρου 18 του ν. 4738/2020, δηλαδή την αναστολή των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης και της ποινικής δίωξης (για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών και ασφαλιστικών εισφορών) που συνεπάγεται ήδη η οριστική υποβολή της αίτησης του εξωδικαστικού μηχανισμού. Στον εξωδικαστικό μηχανισμό, λοιπόν, το αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο απολαμβάνει των ευεργητημάτων που συνεπάγεται τόσο η οριστική υποβολή της αίτησης όσο και η κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών από το νομικό πρόσωπο (περιορισμός της απαίτησης, αναστολή μέτρων είσπραξης, αναστολή ή παύση της δίωξης για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών και ασφαλιστικών εισφορών, χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας κλπ). Εξυγίανση Διαφορετική είναι η κατάσταση ως προς την περίπτωση της κατάρτισης συμφωνίας εξυγίανσης του νομικού προσώπου με τους πιστωτές του. Έτσι, κατά την παρ. 3 του άρθρου 60 του ν. 4738/2020: «Τα δικαιώματα των πιστωτών κατά εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά τους σε περιουσιακά στοιχεία τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, μόνο αν συμφωνεί ρητά ο πιστωτής, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 37 δεν εφαρμόζεται για την παροχή της συναίνεσης αυτής». Η διαδικασία παροχής της συναίνεσης αυτής περιγράφεται αναλυτικά ως προς την ΑΑΔΕ στην Ε. 2117/2021. Αντίστοιχα, ως προς τα προληπτικά μέτρα, η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 50 προβλέπει ότι: «Εφόσον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος, τα παραπάνω προληπτικά μέτρα μπορεί να επεκτείνονται και υπέρ εγγυητών ή λοιπών συνοφειλετών του οφειλέτη». Όπως, άλλωστε, προβλέπεται και στην Ε. 2117/2021: «Όλες οι ως άνω εκ του νόμου αναστολές/απαγορεύσεις (αναστολή μέτρων εκτέλεσης, ασφαλιστικών μέτρων, προθεσμιών παραγραφής, συμψηφισμού, απαγόρευση παρακράτησης στο πλαίσιο χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής για είσπραξη χρημάτων) ισχύουν μόνο ως προς τον οφειλέτη, δηλαδή το φορέα της επιχείρησης για τη ρύθμιση των οφειλών του οποίου έχει κατατεθεί στο δικαστήριο συμφωνία εξυγίανσης προς επικύρωση κι όχι ως προς τα τυχόν συνυπόχρεα με αυτόν πρόσωπα». Ειδικά δε για την περίπτωση της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας σε συνυπόχρεο πρόσωπο, η ίδια ως άνω Εγκύκλιος προβλέπει ότι: «[…] για την παρακράτηση πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το συνολικό ποσό της οφειλής για την οποία υφίσταται αλληλέγγυα ευθύνη, δεδομένου του μη περιορισμού της ευθύνης των προσώπων αυτών, σε περίπτωση που δεν καταλαμβάνονται από τη δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία». Παράλληλα, είναι επιτρεπτή η λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης σε βάρος των συνυπόχρεων προσώπων, παρά την υπογραφή συμφωνίας εξυγίανσης από το νομικό πρόσωπο. Προκύπτει, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο της εξυγίανσης, το αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο απολαμβάνει μερικώς μόνο τα ευεργετήματα που συνεπάγεται η συμφωνία. Έτσι, αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών και ασφαλιστικών εισφορών και χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας (υπολογιζομένου, ωστόσο, του ποσοστού παρακράτησης επί του συνολικού ποσού της οφειλής), ωστόσο, δεν αναστέλλονται τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης σε βάρος του και δεν περιορίζεται το ποσό της οφειλής του έναντι του Δημοσίου/ΦΚΑ. Το συνυπόχρεο πρόσωπο εξακολουθεί, λοιπόν, να ευθύνεται έναντι του Δημοσίου και των ΦΚΑ στον ίδιο βαθμό που ευθυνόταν και πριν από την κατάρτιση της συμφωνίας εξυγίανσης. Πτώχευση Σε περίπτωση πτώχευσης του νομικού προσώπου, εφαρμόζεται ως προς τον διοικητή το άρθρο 195 του ν. 4738/2020 (. Το τελευταίο προβλέπει την απαλλαγή του συνυπόχρεου προσώπου από κάθε ευθύνη για οφειλές του νομικού προσώπου (για τις οποίες έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής του σχέσης με αυτό) που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου ή και εντός 36 μηνών που προηγήθηκαν αυτής, με την πάροδο 36 μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ή 24 μηνών από την κήρυξη αυτής ή την καταχώριση της επωνυμίας του νομικού προσώπου στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (ΗΜΦ). Το συνυπόχρεο πρόσωπο, λοιπόν, μπορεί να απαλλαγεί για τις οφειλές που προέκυψαν κατά τα τελευταία 3 έως 5 έτη πριν από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της απαλλαγής εκτείνονται και στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης (βλ. ά. 198Α και Υπουργική Απόφαση 44510 ΕΞ 2021). Πάντως, το συνυπόχρεο πρόσωπο, μπορεί να στερηθεί την απαλλαγή, σε περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή κατά της απαλλαγής του από τους δημόσιους φορείς, κατά την παρ. 2 του άρθρου 195, και αυτή γίνει δεκτή. Το δικαστήριο θα κρίνει υπέρ της απαλλαγής, εφόσον το φυσικό πρόσωπο επιδεικνύει καλή πίστη κατά την κήρυξη της πτώχευσης και κατά τη διάρκειά της, είναι συνεργάσιμο με τα όργανα της πτώχευσης, δεν ευθύνεται για παρέλκυση ή δόλια πρόκληση αυτής, η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειές του και δεν έχει καταδικαστεί για κάποιο πτωχευτικό αδίκημα ή για κακουργηματική κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη ή πλαστογραφία.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Ενδοομιλικές συναλλαγές: Yποχρέωση, τεκμηρίωση και ελεγκτική πραγματικότητα

Ενδοομιλικές συναλλαγές: Yποχρέωση, τεκμηρίωση και ελεγκτική πραγματικότηταΤου Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Θάνου Δαλιάνη και του Παύλου Πένητα* Οι ενδοομιλικές συναλλαγές αποτελούν πλέον ένα από τα πιο ουσιαστικά πεδία φορολογικής αξιολόγησης. Δεν αφορούν μόνο πολυεθνικούς ομίλους ή σύνθετες διασυνοριακές δομές, αλλά και πολλές ελληνικές επιχειρήσεις που λειτουργούν μέσα από σχέσεις σύνδεσης, κοινής διοίκησης, κοινών συμφερόντων ή οικονομικής εξάρτησης. Η σύγχρονη ελεγκτική προσέγγιση δεν περιορίζεται στην ύπαρξη τιμολογίων, συμβάσεων ή φακέλου τεκμηρίωσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι συναλλαγές έχουν πραγματική οικονομική βάση, αν η τιμολόγηση μπορεί να υποστηριχθεί με στοιχεία και αν το αποτέλεσμα ανταποκρίνεται σε όρους αγοράς. Με άλλα λόγια, το βάρος μετακινείται από την τυπική συμμόρφωση στην ουσιαστική τεκμηρίωση. Η επιχείρηση καλείται να αποδείξει όχι μόνο ότι τήρησε μια υποχρέωση, αλλά ότι οι συναλλαγές της μπορούν να σταθούν σε φορολογικό έλεγχο. Το θεσμικό πλαίσιο και η αρχή των ίσων αποστάσεων Το πλαίσιο των ενδοομιλικών συναλλαγών στηρίζεται στο άρθρο 50 του Ν. 4172/2013, με το οποίο ενσωματώνεται η αρχή των ίσων αποστάσεων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων πρέπει να πραγματοποιούνται υπό όρους που θα ίσχυαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων. Η διάταξη δεν εξετάζει τη μορφή της συναλλαγής, αλλά το αποτέλεσμα. Όταν οι όροι αποκλίνουν από τις συνθήκες της αγοράς, τα κέρδη που δεν εμφανίζονται λόγω αυτής της απόκλισης προστίθενται στα φορολογητέα αποτελέσματα. Στην πράξη, η εφαρμογή της αρχής προϋποθέτει συγκριτική αξιολόγηση με βάση πραγματικά δεδομένα. Η επιχείρηση οφείλει να αποδείξει ότι η τιμολόγηση ανταποκρίνεται σε αγοραίες συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τις λειτουργίες που ασκούνται, τους κινδύνους που αναλαμβάνονται και το οικονομικό περιβάλλον. Ο φάκελος τεκμηρίωσης αποτελεί εργαλείο τεκμηρίωσης των συναλλαγών Η υποχρέωση τήρησης φακέλου τεκμηρίωσης ενεργοποιείται όταν οι συναλλαγές με συνδεδεμένα πρόσωπα υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα όρια. Ωστόσο, η σημασία του φακέλου δεν εξαντλείται στην τυπική συμμόρφωση. Ο φάκελος αποτελεί το βασικό μέσο με το οποίο η επιχείρηση αποδεικνύει ότι: οι συναλλαγές έχουν πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο, οι υπηρεσίες ή τα αγαθά παρασχέθηκαν πράγματι, η τιμολόγηση είναι συγκρίσιμη με εκείνη της αγοράς, το αποτέλεσμα αντανακλά τη δημιουργία αξίας. Στην πράξη, φάκελοι που είναι εκτενείς αλλά γενικόλογοι δεν παρέχουν ουσιαστική προστασία. Η απλή περιγραφή του ομίλου ή των συμβάσεων δεν αρκεί. Ο φάκελος πρέπει να συνδέει συγκεκριμένη συναλλαγή με συγκεκριμένα δεδομένα και να καταλήγει σε σαφές συμπέρασμα. Η ελεγκτική πρακτική δείχνει ότι δεν εξετάζεται μόνο η ύπαρξη του φακέλου, αλλά κυρίως η ικανότητά του να εξηγεί την οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής. Πού εστιάζει η ΑΑΔΕ κατά τον έλεγχο των ενδοομιλικών συναλλαγών Η εμπειρία από τους φορολογικούς ελέγχους δείχνει ότι ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών συγκεντρώνουν αυξημένο ενδιαφέρον. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι αμοιβές διοίκησης και υποστήριξης, οι ενδοομιλικές υπηρεσίες, οι επαναχρεώσεις δαπανών και οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο η τιμή, αλλά η ύπαρξη πραγματικής συναλλαγής. Όταν δεν προκύπτει σαφώς ποια υπηρεσία παρασχέθηκε, από ποιον, με ποια μέσα και ποιο ήταν το όφελος για την επιχείρηση, η δαπάνη μπορεί να απορριφθεί. Αντίστοιχα, συναλλαγές που εμφανίζονται ως διορθωτικές εγγραφές στο τέλος της χρήσης, χωρίς σαφή σύνδεση με συγκεκριμένα οικονομικά γεγονότα, αντιμετωπίζονται με αυξημένη επιφυλακτικότητα. Η τεκμηρίωση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε εκ των υστέρων προσαρμογές χωρίς σαφή αιτιολόγηση. Η διάκριση μεταξύ της εκπιπτόμενης δαπάνης και ενδοομιλικής τιμολόγησης Ένα κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται από τη διοικητική πρακτική είναι η διάκριση μεταξύ της εκπεσιμότητας μιας δαπάνης και της συμμόρφωσης με την αρχή των ίσων αποστάσεων. Το άρθρο 22 του ΚΦΕ εξετάζει αν μια δαπάνη εκπίπτει, δηλαδή αν είναι πραγματική, παραγωγική και συνδέεται με τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Το άρθρο 50 εξετάζει αν η τιμή της συναλλαγής είναι αντίστοιχη με συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων . Οι δύο αυτές αξιολογήσεις συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Μια δαπάνη μπορεί να απορριφθεί ως μη παραγωγική, ανεξάρτητα από το αν η τιμή της θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με τις συνθήκες της αγοράς. Αντίστοιχα, μια συναλλαγή μπορεί να απαιτεί προσαρμογή τιμής ακόμη και αν η δαπάνη αναγνωρίζεται. Η αποτύπωση των συναλλαγών στο έντυπο Ε3 Το έντυπο Ε3 αποτελεί το πρακτικό σημείο στο οποίο αποτυπώνονται τα αποτελέσματα των συναλλαγών. Η συμπλήρωσή του πρέπει να είναι συνεπής με τα λογιστικά βιβλία και με το περιεχόμενο του φακέλου τεκμηρίωσης. Η ασυνέπεια μεταξύ βιβλίων, τεκμηρίωσης και δήλωσης αποτελεί ένα από τα πιο συχνά ευρήματα της ελεγκτικής πρακτικής. Τα βιβλία αποτυπώνουν τα δεδομένα, ο φάκελος τα εξηγεί και η δήλωση τα παρουσιάζει. Η συναλλαγή κρίνεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα Κεντρική έννοια στο σύγχρονο πλαίσιο είναι η οικονομική ουσία. Οι φορολογικές αρχές εξετάζουν αν η συναλλαγή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες αγοράς και αν εξυπηρετεί πραγματική επιχειρηματική ανάγκη. Η ύπαρξη εταιρειών σε διαφορετικές δικαιοδοσίες ή η εφαρμογή συγκεκριμένων τιμολογιακών πολιτικών δεν είναι από μόνη της προβληματική. Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το αν υπάρχει πραγματική δραστηριότητα, λειτουργίες και ανάληψη κινδύνου. Όταν τα στοιχεία αυτά απουσιάζουν, η συναλλαγή αντιμετωπίζεται με αυξημένη επιφύλακτικότητα, ανεξάρτητα από τη μορφή της. Ο ρόλος του λογιστή και η επαγγελματική αξιολόγηση Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται και ο ρόλος του λογιστή. Ο λογιστής δεν υποχρεούται να συντάξει τον φάκελο τεκμηρίωσης ούτε να επιλέξει τη μέθοδο τιμολόγησης. Υποχρεούται όμως να γνωρίζει αν υπάρχει φάκελος, να έχει λάβει γνώση του πορίσματός του και να αξιολογήσει τις συνέπειες για τη δήλωση. Η υπογραφή της δήλωσης και η συμπλήρωση του Ε3 προϋποθέτουν επαγγελματική κρίση. Η ευθύνη δεν συνίσταται στην απόδειξη της τιμής, αλλά στην αποφυγή υποβολής δήλωσης που βασίζεται σε συναλλαγές οι οποίες δεν μπορούν να υποστηριχθούν με τα διαθέσιμα στοιχεία. Η παραπάνω προσέγγιση δεν μεταβάλλει την κατανομή των νομικών ευθυνών, αλλά αποτυπώνει τη λειτουργική πραγματικότητα της φορολογικής πράξης. Τελική επισήμανση Οι ενδοομιλικές συναλλαγές δεν κρίνονται από τη μορφή τους, αλλά από την οικονομική τους ουσία. Η συμμόρφωση δεν εξαντλείται στην ύπαρξη τεκμηρίωσης ή στην υποβολή δηλώσεων. Απαιτεί συνοχή μεταξύ συναλλαγών, τεκμηρίωσης και φορολογικής απεικόνισης. Η επιχείρηση έχει την κύρια ευθύνη να οργανώνει τις συναλλαγές της με πραγματική οικονομική βάση, να τηρεί τον φάκελο τεκμηρίωσης όπου απαιτείται και να μπορεί να αποδείξει ότι οι τιμές και οι όροι των συναλλαγών ανταποκρίνονται σε συνθήκες αγοράς. Ο λογιστής, από την πλευρά του, δεν υποκαθιστά τον εξειδικευμένο σύμβουλο ενδοομιλικών συναλλαγών. Έχει όμως επαγγελματική υποχρέωση να γνωρίζει αν υπάρχει φάκελος, να λαμβάνει υπόψη το πόρισμά του, να αξιολογεί τις συνέπειες στη δήλωση και στο Ε3 και, όπου απαιτείται, να εφαρμόζει την εκ του νόμου οριζόμενη φορολογική αντιμετώπιση. Παράλληλα, όταν από τα στοιχεία της συναλλαγής προκύπτουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου, ο λογιστής οφείλει να επιδείξει και να μπορεί να αποδείξει τη δέουσα επιμέλεια που απαιτεί η επαγγελματική του ιδιότητα. Η δέουσα επιμέλεια δεν σημαίνει υπέρβαση του ρόλου του· σημαίνει τεκμηριωμένη αξιολόγηση, έγκαιρη ενημέρωση του πελάτη και διατήρηση στοιχείων που αποδεικνύουν την επαγγελματική του κρίση. Στο σημερινό φορολογικό περιβάλλον, η τεκμηρίωση καλείται να ανταποκριθεί στην οικονομική πραγματικότητα και όχι απλώς σε τυπικές απαιτήσεις. Για αναλυτική πρακτική εφαρμογή, μπορείτε να δείτε τον πλήρη φορολογικό οδηγό για τις ενδοομιλικές συναλλαγές εδώ. * O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός. Ο Θάνος Δαλιάνης είναι Partner της GRAND VALUE, εταιρεία-μέλος του ΟΜΙΛΟΥ ARTION. Ο Παύλος Πένητας είναι Senior Business Consultant της GRAND VALUE, εταιρεία-μέλος του Ομίλου ARTION.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕΣΩ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ - ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ - ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Legal insight Ιανουάριος 2026 Γιώργος Κεφαλάς, ΜΔΕ mult., MSc., PgCert (αναδημοσίευση από nbdaily.org) Περίληψη: Ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει αναδειχθεί σε βασικό εργαλείο των επιχειρήσεων για τη ρύθμιση οφειλών, ιδίως ως προς το Δημόσιο και τον e-ΕΦΚΑ. Χαρακτηριστικό είναι ότι, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, άνω του 40% των ρυθμίσεων προς τον e-ΕΦΚΑ έχει υλοποιηθεί μέσω του εξωδικαστικού. Ποιοι είναι, όμως, οι βασικοί κανόνες της ρύθμισης; Ποια είναι η διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα επίτευξης της σύμβασης αναδιάρθρωσης; Τι προστασία έχει ο οφειλέτης και ποια είναι τα οφέλη του από την υπογραφή της σύμβασης; Και πώς εν τέλει μπορεί να εκπέσει της ρύθμισης; Τα ερωτήματα αυτά εξετάζουμε στο παρόν άρθρο μέσα από 10 ερωταπαντήσεις. 1. Ποιες οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού; Μέσω της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρυθμίζονται οφειλές προς το Δημόσιο ή/και τον e-ΕΦΚΑ που έχουν βεβαιωθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Επίσης ρυθμίζονται οφειλές του αιτούντος προς Δήμους, εφόσον προηγηθεί η καταχώριση των οφειλών αυτών στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ σύμφωνα με το ά. 26 του ν. 5143/2024 και την Κ.Υ.Α. 10250/13.2.2025. 2. Επιτρέπεται η διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο και τον e-ΕΦΚΑ μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού; Μέσω της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού δεν διαγράφεται βασική οφειλή από παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, καθώς και από ασφαλιστικές εισφορές. Βασική οφειλή από λοιπές φορολογίες, καθώς και αυτοτελή πρόστιμα διαγράφεται σε ποσοστό 75%. Επίσης, βασική οφειλή από πρόστιμα διαγράφεται σε ποσοστό 95%, ενώ οφειλές από προσαυξήσεις σε ποσοστό 85% (βλ. ά. 71 παρ. 2 του ν. 4738/2020 και ά. 3 παρ. 2 της ΚΥΑ 66468/2021). Το αν θα υπάρξει διαγραφή και το ύψος αυτής καθορίζεται βάσει της ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη. 3. Σε πόσο χρόνο ολοκληρώνεται η διαδικασία ρύθμισης οφειλών έναντι του Δημοσίου και του e-ΕΦΚΑ μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού; Σύμφωνα με το ά. 5 της ΚΥΑ 66468/2021, η πρόταση του Δημοσίου και του e-ΕΦΚΑ υποβάλλεται (ξεχωριστά από κάθε φορέα) εντός προθεσμίας 55 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (στην περίπτωση της πολυμερούς διαδικασίας) ή από την άκαρπη περάτωση της πολυμερούς διαδικασίας (στην περίπτωση της διμερούς διαδικασίας). Στην πράξη, ωστόσο, σημειώνονται σημαντικές καθυστερήσεις στην υποβολή των προτάσεων από τους δημόσιους φορείς. Η αποδοχή της πρότασης από τον οφειλέτη πρέπει να γίνει εντός 5 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της πρότασης. 4. Ποιοι είναι οι βασικοί όροι αποπληρωμής των οφειλών στη ρύθμιση του εξωδικαστικού μηχανισμού; Οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν σε έως 240 μηνιαίες δόσεις. Ο αριθμός των δόσεων εξαρτάται από την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη. Η μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 50 ευρώ. Οι δόσεις επιβαρύνονται με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 3% (ά. 22περ. α’ του ν. 4738/2020 και 3 παρ. 2 της ΚΥΑ 66468/2021). 5. Υπάρχει αναστολή εκτέλεσης από την οριστική υποβολή της αίτησης του εξωδικαστικού μηχανισμού; Με την οριστική υποβολή της αίτησης αναστέλλονται τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, καθώς και η ποινική δίωξη για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών και μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Η αναστολή διαρκεί μέχρι τη με οποιοδήποτε τρόπο περάτωση της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι, η προθεσμία των δύο μηνών που προβλέπει το άρθρο 16 του ν. 4738/2020, εντός της οποίας εάν δεν υπογραφεί η σύμβαση, θεωρείται η διαδικασία περατωθείσα ως άκαρπη, δεν αφορά στις περιπτώσεις στις οποίες έχει υποβληθεί κάποιο αίτημα διόρθωσης ή συμπλήρωσης στοιχείων της αίτησης που συνεπάγεται υπέρβαση του ως άνω διαστήματος (ΜΔΠρΑθ 1130/2025, ΤΝΠ Qualex). 6. Τι συμβαίνει με τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου σε περίπτωση υποβολής αίτησης στον εξωδικαστικό μηχανισμό; Μετά την οριστική υποβολή της αίτησης, δεν επιτρέπεται η επιβολή από το Δημόσιο ή/και τον e-ΕΦΚΑ κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Σε περίπτωση επιβολής της, η αρμόδια υπηρεσία οφείλει να άρει οίκοθεν την επιβληθείσα κατάσχεση και να επιστρέψει στον οφειλέτη το ποσό που απέδωσε ο τρίτος. Ωστόσο, εάν η κατάσχεση έχει επιβληθεί πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης, τότε αυτή καταλαμβάνει και τις μελλοντικές απαιτήσεις που αποτελούν αντικείμενο της κατάσχεσης (δηλαδή απαιτήσεις που γεννιούνται μετά την έναρξη της αναστολής, λ.χ. ποσά καταθέσεων που εισέρχονται στον λογαριασμό μετά την επιβολή της κατάσχεσης) (βλ. Ε. 2065/2022). 7. Πώς υπολογίζεται η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη; Ο τρόπος υπολογισμού της ικανότητας αποπληρωμής περιγράφεται αναλυτικά στην ΚΥΑ 67360/2021 (βλ. ά. 8Α επ.). Βασικές παράμετροι είναι οι ακόλουθες: Η ικανότητα αποπληρωμής αποτελεί τη μέγιστη τιμή μεταξύ αυτής που προκύπτει βάσει των φορολογικών στοιχείων του οφειλέτη, βάσει της δηλωθείσας από τον ίδιο μηνιαίας ικανότητας ή βάσει του ελάχιστου ποσού ανάκτησης κάθε πιστωτή από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.Βάσει του ανωτέρω, το ελάχιστο ποσό που μπορεί να λάβει πιστωτής μέσω του εξωδικαστικού είναι εκείνο που θα λάμβανε από τη ρευστοποίηση. Για τα φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα και τα νομικά πρόσωπα μικρής κατηγορίας (κύκλος εργασιών μικρότερος των 2,5 εκ. ευρώ σε καθεμία από τρεις τελευταίες χρήσεις) υφίσταται τεκμήριο εισοδήματος που ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί του κύκλου εργασιών. 8. Πότε ξεκινά η ισχύς της ρύθμισης του εξωδικαστικού μηχανισμού; Στη διμερή διαδικασία, η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών θεωρείται ότι έχει συναφθεί όταν, μετά την αποδοχή της πρότασης από τον οφειλέτη, καταβληθεί η πρώτη δόση. Η πρώτη δόση της ρύθμισης καταβάλλεται, στην περίπτωση αυτή, ως προς το Δημόσιο, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την αποδοχή της πρότασης από τον οφειλέτη, και ως προς τον e-ΕΦΚΑ, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την αποδοχή και σε καμία περίπτωση μετά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτή (βλ. ά. 5 παρ. 5 και 4 παρ. 6 της ΚΥΑ 66468/2021). Στην πράξη, το πενθήμερο αυτό εκκινεί από την κοινοποίηση στον οφειλέτη της ταυτότητας πληρωμής από τον εκάστοτε φορέα. Αντίθετα, στην πολυμερή διαδικασία, η ισχύς της σύμβασης αναδιάρθρωσης αρχίζει με την παροχή της συναίνεσης του Δημοσίου ή/και του e-ΕΦΚΑ, η οποία τεκμαίρεται με την άπρακτη πάροδο 15 εργάσιμων ημερών από τη σχετική γνωστοποίηση μέσω της πλατφόρμας. Δεν αποτελεί, δηλαδή, προϋπόθεση της έναρξης ισχύος της η καταβολή της πρώτης δόσης, που καταβάλλεται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα (βλ. Ε. 2065/2022). 9. Ποια τα οφέλη από τη ρύθμιση των οφειλών έναντι του Δημοσίου και του e-ΕΦΚΑ μέσω του εξωδικαστικού; Τα οφέλη για τον οφειλέτη συνοψίζονται στα εξής: Ρυθμίζονται οι οφειλές με σταθερό επιτόκιο 3%, ρύθμιση η οποία μπορεί να είναι μακροπρόθεσμη και να περιέχει διαγραφή προσαυξήσεων, προστίμων ή ακόμη και βασικής οφειλής. Χορηγείται αποδεικτικό φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, υπό την προϋπόθεση της μη ύπαρξης λοιπών ληξιπρόθεσμων μη ρυθμισμένων οφειλών (ά. 23 περ. δ’ και ε’ ν. 4738/2020, 12 ΚΦΔ και 24-25 ν. 4611/2019). Παύει (ή υπό όρους αναστέλλεται ως προς τον e-ΕΦΚΑ) η ποινική δίωξη για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών και μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (ά. 23 περ. α ii ν. 4738/2020, 25 παρ. 5 ν. 1882/1990 και 8 ν. 4997/2022). Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης (ά. 23 περ. α i ν. 4738/2020). Υπάρχει η δυνατότητα αδρανοποίησης των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων (αποδέσμευση ως προς τις μελλοντικές απαιτήσεις) (ά. 23 περ. α iiι ν. 4738/2020 και Ε.2058/2025). 10. Πότε χάνεται η ρύθμιση του εξωδικαστικού μηχανισμού έναντι Δημοσίου και e-ΕΦΚΑ; Η ρύθμιση χάνεται, στις ακόλουθες περιπτώσεις (ά. 10 της ΚΥΑ 64468/2021): Αν δεν καταβληθούν δόσεις έως τη συμπλήρωση του ποσού που αντιστοιχεί σε 3 δόσεις. Αν ο οφειλέτης δεν υποβάλλει τις δηλώσεις εισοδήματος, ΦΠΑ και τις ΑΠΔ το αργότερο εντός 3 μηνών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τους. Αν ο οφειλέτης δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει οφειλές που ήταν ήδη ληξιπρόθεσμες πριν τη σύναψη της σύμβασης, εντός 90 ημερών από τη σύναψη αυτής, ή οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά, εντός 60 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής. Στην περίπτωση της διμερούς ρύθμισης, η έκπτωση του οφειλέτη επέρχεται αυτοδίκαια, ενώ στην πολυμερή ρύθμιση πρέπει να προηγηθεί η κοινοποίηση καταγγελίας.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ - ΜΕΣΩ ΟΡΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ

Γ. Ψαράκης - Τα 4 Στάδια Προστασίας της Περιουσίας των Οφειλετών στο πλαίσιο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού stadia-prostasias-ofeileti-exodikastikos-michanismos Legal Insight Σεπτέμβριος 2025 Γιώργος Ψαράκης, ΜΔΕ, LL.M., PgCert (αναδημοσίευση από capital.gr) Πολλά έχουν γραφτεί για τον νέο Εξωδικαστικό Μηχανισμό του νόμου 4738/2020. Για τη διαδικασία, τα υπαγόμενα χρέη, τα πρόσωπα που μπορούν να κάνουν χρήση κ.ο.κ. Ένα από τα ζητούμενα που ενδιαφέρει αρκετά τους πολίτες και τις επιχειρήσεις είναι το αν παρέχει προστασία η ένταξη στον μηχανισμό αυτό από πράξεις εκτέλεσης (πλειστηριασμούς κ.ο.κ.) εκ μέρους των πιστωτών και με ποιους όρους. Από τη στιγμή που υποβάλεις την αίτηση μέχρι τη στιγμή που υπογράφεις τη σύμβαση με τους πιστωτές σου ποια η προστασία που σου παρέχει η πλατφόρμα; Ο νόμος για το νέο εξωδικαστικό μηχανισμό προβλέπει (στο άρθρο 18) ότι οι οφειλέτες προστατεύονται αυτόματα από πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, με τρεις όμως σημαντικότατες εξαιρέσεις: α) Η προστασία δεν παρέχεται από τον χρόνο δημιουργίας της αίτησης αλλά από τον χρόνο οριστικοποίησής της (άρα απαιτείται μια προεργασία και δεν αρκεί απλώς η υποβολή της αίτησης που είναι υπόθεση δευτερολέπτων). β) Η προστασία δεν καλύπτει την προδικασία του πλειστηριασμού που διεξάγεται από ενέγγυο πιστωτή (λ.χ. από την τράπεζα που έχει εγγράψει προσημείωση σε ακίνητο του οφειλέτη), δηλ. δεν καλύπτει πράξεις όπως κατάσχεση, τυχόν δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού κ.λπ. αλλά καλύπτει μόνο την ίδια την πράξη του πλειστηριασμού. γ) Η προστασία δεν καλύπτει τον πλειστηριασμό που έχει προγραμματιστεί μέσα στο επόμενο τρίμηνο από την υποβολή της αίτησης. Ακόμα όμως και να μην εντάσσεται ο οφειλέτης στις προϋποθέσεις του νόμου για να πάρει την παραπάνω αυτόματη προστασία, είναι δυνατή η προσφυγή στη δικαστική εξουσία με αίτημα τη χορήγηση ειδικότερης προστασίας. Και μάλιστα ανεξάρτητα του αν τελικά συμφωνήσουν ή όχι οι πιστωτές στην πρόταση που θα εξάγει ο αλγόριθμος. Πολύ συνοπτικά, έχουμε 4 στάδια προστασίας του οφειλέτη στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού: Α. Πρώτον, έχουμε το στάδιο από την υποβολή της αίτησης μέχρι την οριστικοποίηση αυτής. Η υποβολή λαμβάνει χώρα με την έναρξη της διαδικασίας (υπόθεση άρα κάποιων δευτερολέπτων), ενώ η οριστικοποίηση με την άντληση όλων των απαραίτητων στοιχείων από το σύστημα (υπόθεση άρα μερικών εβδομάδων). Στο στάδιο αυτό ενώ δεν έχει προλάβει να οριστικοποιήσει ο οφειλέτης ή ο σύμβουλός του την αίτηση, ενδέχεται ο δανειστής να προχωρήσει σε κατάσχεση ακίνητης περιουσίας κοκ. Στην περίπτωση αυτή, έχουν υπάρξει δικαστικές αποφάσεις που έχουν κάνει δεκτή την αίτηση προστασίας του οφειλέτη λόγω καταχρηστικής συμπεριφοράς του δανειστή, ιδίως όταν α) οι διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης ξεκίνησαν μετά την υποβολή της αίτησης και άρα δεν μπορεί ευχερώς να υποστηριχθεί ο προσχηματικός χαρακτήρας της τελευταίας και β) η καθυστέρηση οριστικοποίησης συνδέεται αποκλειστικά με παραλείψεις των δανειστών. Βλ. λ.χ. τα όσα χαρακτηριστικά αναφέρει η υπ’ αριθμ. 10589/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης: «η δε επιβολή κατάσχεσης αποδεικνύεται, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ότι έγινε αιφνιδιαστικά και με τη σκοπιμότητα να μην προηγηθεί η εξέταση της πιθανότητας ρύθμισης κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου των οφειλών του αιτούντος, για την απόρριψη μάλιστα της οποίας η καθ’ ης η ανακοπή ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει την καθ’ οιονδήποτε τρόπο μη συναίνεσή της σύμφωνα με τη ανωτέρω διάταξη, ενώ αποδεικνύεται και ότι η καθ’ ης επιδίωξε να προλάβει να επιβάλει κατάσχεση πριν την οριστική υποβολή της αίτησης, προκειμένου να μην τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 του νόμου…». Β. Δεύτερον, έχουμε το στάδιο από την οριστικοποίηση της αίτησης και μετά όπου παρέχεται η ως άνω αυτόματη προστασία του νόμου. Ενδεικτικά αναφέρουμε την υπ’ αριθμ. 211/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας: «Όσον αφορά όμως τον πρώτο ανακόπτοντα, αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό ......../11-10-2024 Βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, υπέβαλε προσωπική αίτηση με αριθμό πρωτοκόλλου ....... και με ημερομηνία οριστικής υποβολής την 11η- 10-2024, προκειμένου να ρυθμιστεί η οφειλή του στο πλαίσιο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης οφειλών, κατά τις διατάξεις του ν. 4738/2020. Πάρα ταύτα, η καθ ’ ης την 31η-10-2024, ήτοι μόλις είκοσι ημέρες αργότερα και ενώ η εν λόγω αίτηση βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της αξιολόγησης από τους πιστωτές, προέβη στην επίσπευση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης σε βάρος του πρώτου ανακόπτοντος, χωρίς να αναμένει την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, προκειμένου να εξετασθεί η δυνατότητα ικανοποίησης της ένδικης απαίτησής της, επιλέγοντας έτσι το επαχθέστερο για τον πρώτο ανακόπτοντα μέσο, προς είσπραξη της απαίτησής της». Η περίπτωση αυτή είναι η πιο ξεκάθαρη, εφόσον προκύπτει η προστασία απευθείας από το γράμμα του νόμου. Γ. Τρίτον, έχουμε το στάδιο μετά την παρέλευση του διμήνου από την οριστικοποίηση της αίτησης, όπου όμως δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η διαδικασία για λόγους που δεν αφορούν στον οφειλέτη. Τούτο διότι κατ’ αρχήν, όπως προβλέπει ο νόμος, η διαδικασία θεωρείται περαιωμένη αν δεν υπογραφεί σύμβαση αναδιάρθρωσης εντός 2 μηνών. Επομένως, έχουν δημοσιευτεί δικαστικές αποφάσεις που δεν παρέχουν προστασία στον οφειλέτη επειδή παρήλθε το δίμηνο χωρίς να έχει υπάρξει συμφωνία, όπως υπάρχουν και αντίθετες αποφάσεις που διατάσσουν την αναστολή/ακύρωση των πράξεων εκτέλεσης. Βλ. λ.χ. την υπ’ αρ. 762/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών όπου το δικαστήριο προέβη στην ακύρωση κατάσχεσης που επιβλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023 ενώ η οφειλέτρια είχε υποβάλει οριστικώς αίτηση τον Μάρτιο του 2023 (και άρα είχε παρέλθει το δίμηνο). Ειδικότερα, το δικαστήριο έκρινε ότι «η καθ’ ης η ανακοπή προέβη παράνομα και καταχρηστικά στην άσκηση του ένδικου δικαιώματος της, καθ` υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Ειδικότερα, ενώ έχει υποβληθεί οριστικά η αίτηση περί εξωδικαστικής ρύθμισης των οφειλών της ανακόπτουσας, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 18 ν. 4821/2021, περί αναστολής της λήψης των αναγκαστικών μέτρων, η καθ’ ης επισπεύδει την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας, χωρίς να αναμένει την περάτωση της σχετικής διαδικασίας του ν. 4738/2020, προκειμένου να ικανοποιηθεί η ένδικη απαίτησή της, επιλέγοντας το επαχθέστερο μέσο για την ανακόπτουσα για την είσπραξη της ως άνω οφειλής, προξενώντας της ανεπανόρθωτη βλάβη». Δ. Τέταρτον, έχουμε το τελευταίο στάδιο όπου είτε καταρτίζεται συμφωνία ρύθμισης (σύμβαση αναδιάρθρωσης) είτε απορρίπτεται η πρόταση από τους πιστωτές. Στην πρώτη περίπτωση είναι αυτονόητο ότι σταματάνε όλες οι πράξεις εκτέλεσης αφού πλέον έχουμε ρυθμισμένη οφειλή. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί και πάλι να προστατευτεί ο οφειλέτης, εφόσον ισχυριστεί και αποδείξει ότι η άρνηση των πιστωτών του να δεχτούν την πρόταση του αλγορίθμου ήταν καταχρηστική. Βλ. για παράδειγμα την υπ’ αρ. 367/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών όπου κρίθηκε καταχρηστική η συμπεριφορά Servicer, λόγω συστηματικής και επί μακρόν παρακώλυσης της ολοκλήρωσης της διαδικασίας υπαγωγής των οφειλετών στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών. Συγκεκριμένα, κρίθηκε πως ο Servicer υπέβαλλε συνεχόμενα αιτήματα διόρθωσης των εγγραφών στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού προς δικές του εσωτερικές υπηρεσίες, και όταν οι αιτούντες τον όχλησαν προκειμένου να ολοκληρώσει τις απαντήσεις στα εν λόγω αιτήματα για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, ο τελευταίος προέβη στην έκδοση και δεύτερης διαταγής πληρωμής, δυνάμει της οποίας, μάλιστα, προχώρησε σε εκτέλεση. Τελικώς, ο συγκεκριμένος Servicer απέρριψε και την αίτηση των αιτούντων για ρύθμιση των οφειλών τους. Η συνολική του συμπεριφορά κρίθηκε καταχρηστική και άρα ο οφειλέτης έτυχε προστασίας από το δικαστήριο. Επομένως παρατηρούμε ότι η πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού προβλέπει περιορισμένη αυτόματη προστασία των οφειλετών από πλειστηριασμούς και για την πλήρη αξιοποίηση του συγκεκριμένου νομοθετικού εργαλείου θα πρέπει να παρέμβει η δικαιοσύνη, μετά από προσφυγή του οφειλέτη.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

10ετής διαφύλαξη λογιστικών αρχείων (των χρησεων 2024 και στο εξης. *Ν.5104/2024)

Διαφύλαξη λογιστικών αρχείων μετά τον Ν.5104/2024 σε 10ετια των χρησεων 2024 και στο εξης. * και νέος χρόνος παραγραφής Οι αλλαγές που φέρνει ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας Η έναρξη ισχύος του Ν.5104/2024 (ΦΕΚ Α΄ 58/19.4.2024) σηματοδότησε μια από τις πιο ουσιαστικές αναμορφώσεις στη φορολογική διοίκηση των τελευταίων ετών. Μεταξύ των διατάξεων που επηρεάζουν άμεσα επιχειρήσεις, λογιστές και φορολογούμενους, ξεχωρίζει η επέκταση της διάρκειας υποχρεωτικής διαφύλαξης των λογιστικών αρχείων, καθώς και η αναδιατύπωση των κανόνων παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για διενέργεια ελέγχων. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς τυπική. Αλλάζει το πώς πρέπει να σχεδιάζεται η εσωτερική αρχειοθέτηση των επιχειρήσεων, η τήρηση των βιβλίων, καθώς και η διαχείριση κινδύνου ενόψει ελέγχων. Η κατανόηση των χρονικών ορίων είναι κρίσιμη, διότι καθορίζει πότε μια υπόθεση θεωρείται οριστικά “κλειστή” και πότε η μη ύπαρξη αρχείων δεν συνεπάγεται καμία φορολογική κύρωση. Τι ίσχυε μέχρι 18.4.2024 – Πενταετής φύλαξη και παραγραφή Με βάση το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν.4987/2022, οι επιχειρήσεις όφειλαν να διαφυλάσσουν τα λογιστικά τους αρχεία (βιβλία, τιμολόγια, αποδείξεις, καταστάσεις) για πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικείου φορολογικού έτους. Η ίδια πενταετής προθεσμία ίσχυε και για την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε έλεγχο και να εκδώσει πράξεις επιβολής φόρου ή προστίμου (άρθρο 36 Ν.4987/2022). Η προθεσμία μπορούσε να παραταθεί μόνο όταν: προέκυπταν συμπληρωματικά στοιχεία μετά την πενταετία, ή υπήρχαν ενδείξεις φοροδιαφυγής. Η έκδοση εντολής ελέγχου δεν αποτελούσε και δεν αποτελεί λόγο παράτασης της παραγραφής· πρόκειται για θέση που έχει παγίως κριθεί από τη νομολογία (ΣτΕ 616/2021, 1738/2017, 884/2016) και τη διοικητική πρακτική της ΔΕΔ. Οι αλλαγές του Ν.5104/2024 (από 19/4/2024) Ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας καθιερώνει δύο βασικές μεταβολές: α) Δεκαετή υποχρέωση διαφύλαξης Σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2: «Ο φορολογούμενος υποχρεούται να διαφυλάσσει τα λογιστικά αρχεία, καταστάσεις και δικαιολογητικά για δέκα (10) έτη από τη λήξη του οικείου φορολογικού έτους.» β) Πενταετή παραγραφή με δυνατότητα επέκτασης Η βασική παραγραφή του δικαιώματος ελέγχου παραμένει πενταετής. Μπορεί να φτάσει έως δέκα (10) έτη, μόνο εφόσον διαπιστωθούν πράξεις φοροδιαφυγής ή προκύψουν συμπληρωματικά στοιχεία μετά τη λήξη της πενταετίας (άρθρο 36 παρ.2 Ν.5104/2024). Με βάση το άρθρο 117 του ίδιου νόμου, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται για φορολογικά έτη που αρχίζουν μετά την 19.4.2024, δηλαδή για το φορολογικό έτος 2024 και επόμενα. Πίνακας διαφύλαξης και παραγραφής ανά φορολογικό έτος Φορολογικό έτος Υποχρέωση διαφύλαξης βιβλίων & στοιχείων έως Λήξη παραγραφής (δικαίωμα ελέγχου Δημοσίου) Νομικό καθεστώς 2018 31.12.2024 31.12.2024 Ν.4987/2022 (5ετία) 2019 31.12.2025 31.12.2025 Ν.4987/2022 (5ετία) 2020 31.12.2026 31.12.2026 Ν.4987/2022 (5ετία) 2021 31.12.2027 31.12.2027 Ν.4987/2022 (5ετία) 2022 31.12.2028 31.12.2028 Ν.4987/2022 (5ετία) 2023 31.12.2029 31.12.2029 Ν.4987/2022 (5ετία) 2024 31.12.2034 31.12.2029* Ν.5104/2024 (10ετής διαφύλαξη, 5ετής παραγραφή) *Η παραγραφή μπορεί να επεκταθεί σε 10 έτη μόνο αν αποδειχθεί φοροδιαφυγή ή ανακύψουν νέα στοιχεία. Παραδείγματα εφαρμογής Παράδειγμα 1 – Διαφύλαξη αρχείων Εταιρεία με χρήση 2020 οφείλει να διατηρεί τα λογιστικά της αρχεία έως 31.12.2026. Αν ο έλεγχος κινηθεί το 2027, η μη ύπαρξη βιβλίων δεν συνιστά παράβαση, αφού έχει λήξει η υποχρέωση φύλαξης. Παράδειγμα 2 – Έτος 2024 Για τη χρήση 2024, τα λογιστικά αρχεία πρέπει να διαφυλαχθούν έως 31.12.2034. Αν η ΑΑΔΕ ζητήσει παραστατικά το 2032, ο φορολογούμενος υποχρεούται να τα προσκομίσει, καθώς ισχύει η δεκαετής διαφύλαξη. Παράδειγμα 3 – Παραγραφή υποθέσεων Για χρήση 2019, η ΑΑΔΕ μπορεί να εκδώσει πράξεις έως 31.12.2025. Από 1.1.2026, εφόσον δεν έχει κοινοποιηθεί προσωρινό σημείωμα ελέγχου, το δικαίωμα του Δημοσίου έχει παραγραφεί. Παράδειγμα 4 – Παράταση λόγω φοροδιαφυγής Αν διαπιστωθεί φοροδιαφυγή για χρήση 2020, η παραγραφή μπορεί να φτάσει έως 31.12.2030, και η επιχείρηση οφείλει να διαφυλάξει τα βιβλία έως τότε. Σημαντική σημείωση για τη χρήση 2019 Η υποχρέωση διαφύλαξης των λογιστικών αρχείων και η παραγραφή του δικαιώματος ελέγχου για το φορολογικό έτος 2019 λήγουν την 31/12/2025. Ωστόσο, στην πράξη, η κρίσιμη ημερομηνία είναι η 10/12/2025, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν.5104/2024, μέχρι τότε πρέπει να έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί το προσωρινό σημείωμα ελέγχου. Η απλή έκδοση εντολής ελέγχου δεν παρατείνει την παραγραφή. Εάν μέχρι τη 10/12/2025 δεν έχει κοινοποιηθεί προσωρινό σημείωμα, το δικαίωμα του Δημοσίου για τη χρήση 2019 παραγράφεται οριστικά και η μη ύπαρξη των βιβλίων ή στοιχείων δεν συνιστά παράβαση. Η διευκρίνιση αυτή έχει καθοριστική σημασία ενόψει της λήξης του 2025, καθώς πλήθος υποθέσεων αναμένεται να κλείσουν οριστικά λόγω παραγραφής. Ειδικές περιπτώσεις διατήρησης αρχείων Πέραν των φορολογικών διατάξεων, πρέπει να σημειωθεί ότι: 1. Αναπτυξιακοί νόμοι και συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα Εθνικοί και ευρωπαϊκοί νόμοι (όπως ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, Horizon Europe κ.λπ.) προβλέπουν δυνατότητα ελέγχου για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία, συνήθως δεκαετία. Συνεπώς, τα σχετικά παραστατικά και δικαιολογητικά πρέπει να διατηρούνται για όσο χρόνο απαιτεί κάθε πρόγραμμα. 2. Αρχεία μισθοδοσίας και προσωπικού Τα αρχεία αυτά (συμβάσεις, παρουσιολόγια, δηλώσεις ΕΡΓΑΝΗ, ασφαλιστικές καταστάσεις κ.λπ.) πρέπει να διατηρούνται για δέκα (10) έτη, βάσει της ισχύουσας εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. 3. Πρακτική σύσταση Αν και τα λογιστικά αρχεία που αφορούν χρήσεις έως και το 2023 μπορούν θεωρητικά να καταστραφούν μετά την πάροδο της πενταετίας, προτεινουμε να διατηρούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον δεκαετία, ειδικά για επιχειρήσεις που: συμμετέχουν σε προγράμματα χρηματοδότησης ή επενδυτικά σχήματα, έχουν μακροχρόνιες συμβάσεις, ή διατηρούν εκκρεμείς υποθέσεις έναντι της Φορολογικής Διοίκησης. Η παράταση αυτή ενισχύει τη φορολογική ασφάλεια και περιορίζει κινδύνους σε μελλοντικούς ελέγχους ή επανελέγχους.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

ΕΞΑΓΟΡΕΣ : MOU 1-6 μήνες - DD έλεγχοs α) εταιρικών εγγράφων, β) συνδεδεμένων εταιρειών, γ) πελατολογίου, δ) υποκαταστημάτων, ε) αγωγών st) περιουσιακής κατάστασης επιχείρησης (ακίνητα, εξοπλισμός, χρηματικά διαθέσιμα κτλ.),

Legal Insight Σεπτέμβριος 2025 Γιώργος Ψαράκης, ΜΔΕ, LL.M., PgCert (αναδημοσίευση από daily.nb.org) Σε παλαιότερα άρθρα μας είχαμε ασχοληθεί με τις ρήτρες εχεμύθειας/εμπιστευτικότητας (NDA/CA) και το MOU (Μνημόνιο Κατανόησης) στις εξαγορές επιχειρήσεων (βλ. εδώ κι εδώ). Σήμερα θα εξετάσουμε το επόμενο στάδιο στην πορεία μιας εξαγοράς, που είναι ο προσυμβατικός έλεγχος της επιχείρησης (due diligence). To due diligence («DD») αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά στάδια της όλης διαδικασίας. Εκεί ο υποψήφιος αγοραστής γνωρίζει καλύτερα το τι σκοπεύει να αγοράσει, μαθαίνει για πιθανά προβλήματα, ελαττώματα, αδυναμίες κοκ. Το DD ακολουθεί συνήθως την υπογραφή του MOU και διαρκεί, τις περισσότερες των περιπτώσεων, από 1-6 μήνες, ανάλογα φυσικά με τον όγκο των δεδομένων και το μέγεθος της ομάδας που θα τον αναλάβει. Το DD περιλαμβάνει έλεγχο κυρίως α) εταιρικών εγγράφων (έγγραφα σχετικά με τη σύσταση, εκπροσώπηση και διοίκηση της εταιρείας), β) συνδεδεμένων εταιρειών, γ) πελατολογίου, δ) υποκαταστημάτων, ε) αγωγών και ύπαρξη πιθανών αντιδικιών, στ) ύψους και μεταβολών μετοχικού κεφαλαίου, ζ) περιουσιακής κατάστασης επιχείρησης (ακίνητα, εξοπλισμός, χρηματικά διαθέσιμα κτλ.), η) δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, θ) πιστωτικών συμβάσεων, ι) εξασφαλίσεων (ενέχυρα, προσημειώσεις, υποθήκες κτλ.), ια) φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης, ιβ) συμβάσεων, ιγ) εργασιακών σχέσεων κοκ. Τα αποτελέσματα του DD είναι σημαντικά για δύο λόγους: 1. Κατά πρώτον, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τίμημα. Αν εντοπιστούν προβλήματα κατά τον έλεγχο, τότε το προτεινόμενο τίμημα ενδέχεται να μειωθεί ή να εξαρτηθεί από αιρέσεις κτλ.. Ενώ αν εντοπιστούν εστίες κινδύνου τότε η ανάληψη ρίσκου εκ μέρους του αγοραστή ενδέχεται να επηρεάσει τη διαμόρφωση του τιμήματος ώστε να συνδυαστεί και με ρήτρες απόδοσης κτλ. (βλ. την υπ΄αριθμ. 493/2021 ΤρΕφΑθ, Qualex: «Για το λόγο αυτό άλλωστε, προκειμένου να διαμορφώσουν την τιμή αγοράς των μετοχών, προέβησαν, μέσω της εταιρίας ..., σε προσυμβατικό οικονομικό έλεγχο (due diligence), ώστε να εξακριβωθεί η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης που θα αποκτούσαν. Συνεπώς, η αξία των αγορασθέντων μετοχών διαμορφώθηκε με βάση τον έλεγχο που διενεργήθηκε το Μάρτιο του 2001 από την άνω ελεγκτική εταιρία, η οποία κατέγραψε τόσο το κυκλοφορούν ενεργητικό, όσο και το σύνολο των υποχρεώσεων της μεταβιβαζόμενης εταιρίας σε προμηθευτές, πιστωτές, φορολογικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις σε ασφαλιστικούς οργανισμούς»· βλ. και 344/2021 ΜΕφΑθ, Qualex: «Επειδή όμως, κατά την παρατήρηση της ελέγκτριας εταιρίας, η αξία των αποθεμάτων δεν ήταν επιβεβαιωμένη, τα μέρη, ως προς το μέγεθος αυτό, διατύπωσαν την παρακάτω επιφύλαξη και εξάρτησαν το τελικό ύψος του τιμήματος από την πλήρη οριστικοποίησή του εντός χρονικού διαστήματος 20 ημερών»). 2. Κατά δεύτερον, διαμορφώνουν τους συμβατικούς όρους του SPA (συμφωνητικού πώλησης μετοχών/εταιρικών μεριδίων) καθότι οι φόβοι του αγοραστή, που πηγάζουν από τα πορίσματα του DD, μετουσιώνονται σε προσπάθεια μετάθεσης κινδύνων στον πωλητή μέσω συμβατικών όρων στη συμφωνία πώλησης. Το DD, εξάλλου, καθορίζει σε ένα μεγάλο βαθμό και την ευθύνη του πωλητή μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς. Τούτο διότι η γνώση του αγοραστή περί πιθανών ελαττωμάτων της επιχείρησης πριν την πώληση αυτής, καταλήγει στην απαλλαγή του πωλητή από τυχόν ευθύνη του (βλ. ΑΚ 539). Τούτο είναι κατ’ αρχήν λογικό: δεν μπορείς ενώ γνώριζες το πρόβλημα, να έρχεσαι μετά τη συναλλαγή και να το επισημαίνεις με σκοπό να μειώσεις το τίμημα ή να ζητήσεις αποζημίωση. Αν εν γνώσει σου αγοράζεις μια ελαττωματική επιχείρηση, αναλαμβάνεις τον σχετικό κίνδυνο και προφανώς έχεις «περάσει» το εν λόγω ελάττωμα στο συμφωνηθέν τίμημα. Για τον λόγο αυτό συνήθως παραδίδεται από τον πωλητή στον αγοραστή μια «επιστολή γνωστοποίησης» όπου απαριθμούνται όλα τα έγγραφα που έχουν γνωστοποιηθεί στον πωλητή ή συμφωνείται ότι όλα τα έγγραφα που έχουν αναρτηθεί στο Virtual Data Room θεωρείται πως έχουν γνωστοποιηθεί στον αγοραστή και ο τελευταίος γνωρίζει το περιεχόμενό τους (Disclosure Letter - βλ. λ.χ. την υπ΄αριθμ 6285/2013 ΠΠρΑθ, Qualex: «Πέραν της κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενης γενικής γνώσης της ενάγουσας για την ανακρίβεια του ισολογισμού που αφορούσε την εν γένει οικονομική κατάσταση της ενάγουσας αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας κοινοπραξία, παρά την διενέργεια του νομικό-οικονομικού ελέγχου υπό χρονική πίεση, είχε ενημερωθεί για τη ύπαρξη της οφειλής της αντισυμβαλλόμενής της έναντι στην Ολλανδική Εταιρία και τελούσε σε γνώση του ότι ο ισολογισμός ήταν ανακριβής ως προς τη συγκεκριμένη Απαίτηση»· βλ. και την υπ΄αριθμ. 6119/2011 ΠΠρΑθ, ΝΟΜΟΣ: «Εντούτοις, μέχρι την υπογραφή της από 11/10/2001 ενοχικής συμβάσεως πωλήσεως και αγοράς μετοχών (shares purchase agreement) η δικαιοπάροχος της πρώτης των εναγομένων της υπ’ αριθ. 3 κρινομένης αγωγής Κοινοπραξία των Εταιρειών ........./........ τελούσε εν γνώσει της πραγματικής καταστάσεως τόσο σχετικά με την δεινή οικονομική κατάσταση της «.................», όπως αυτή αποτυπωνόταν στους δημοσιευμένους ισολογισμούς της «.................», όσο και σχετικά με τις καθυστερήσεις ως προς την εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων με τους ......./.......... δεδομένου ότι αφενός μεσολάβησε η διαδικασία επαληθεύσεως των στοιχείων του data room (verification period), στην οποία συμμετείχε εκπροσωπούμενη από εξειδικευμένους οικονομικούς συμβούλους της ελεγκτικής Εταιρείας«....................» και από νομικούς συμβούλους της «.................», ήτοι τον ............. και τον ................, και αφετέρου έλαβε ενημέρωση από τους κοινοπρακτικούς εταίρους της «.................», όπως η ίδια η πρώτη των εναγομένων ομολογεί…»). Εξάλλου, στο πλαίσιο μιας σύμβασης εξαγοράς (SPA), υπάρχουν διάφορες συμβατικές διαμορφώσεις, ώστε να αποτυπώνεται κάθε φορά η βούληση των μερών σε σχέση με το διενεργηθέν DD: Α. Υπάρχει η δυνατότητα να συμφωνηθεί ότι το DD δεν έχει καμία σημασία ως προς την ευθύνη του πωλητή. Δηλ. ακόμα και να έλαβε γνώση ο αγοραστής μέσω του DD ορισμένων ελαττωμάτων της επιχείρησης, ο πωλητής θα ευθύνεται κανονικά εφόσον υποσχέθηκε μια επιχείρηση χωρίς ελαττώματα (ρήτρα “pro-sandbagging”). Αυτή η ρήτρα έχει ως σκοπό την προστασία του αγοραστή από λ.χ. παροχή εγγράφων τελευταία στιγμή, για τα οποία δεν υπάρχει χρόνος επεξεργασίας ή από αδυναμία υπολογισμού των επιπτώσεων ορισμένων ζητημάτων στην οικονομική συμφωνία (και άρα παραπέμπεται το ζήτημα αυτό να κριθεί σε δεύτερο χρόνο σε επίπεδο αποζημίωσης). Β. Υπάρχει η δυνατότητα να συμφωνηθεί ότι για να απαλλαγεί από τυχόν ευθύνη του ο πωλητής, θα πρέπει ο αγοραστής να έχει λάβει γνώση του προβλήματος με συγκεκριμένο τρόπο. Δηλαδή να μην συνάγεται ένα ελάττωμα συνειρμικά από κάποιο έγγραφο λ.χ. που έχει διαβάσει ο αγοραστής αλλά να προκύπτει άμεσα από αυτό. Πολλές φορές ο υποψήφιος αγοραστής και οι σύμβουλοί του βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλο αριθμό εγγράφων, συμβάσεων, οικονομικών καταστάσεων κτλ. Από κάθε έγγραφο ή και από την έλλειψη συγκεκριμένου εγγράφου/σύμβασης, μπορεί να προκύπτει κάποια παραδοχή· λ.χ. μπορεί να έχει γνωστοποιηθεί μία σύμβαση με έναν προμηθευτή της εξαγοραζόμενης επιχείρησης, που να περιέχει όμως έναν άκυρο όρο ο οποίος και μπορεί να θεμελιώσει κάποια αξίωση αποζημίωσης σε βάρος της. Αν τελικά αυτή η αξίωση διεκδικηθεί μετά την εξαγορά, είναι ένα ερώτημα αν μπορεί να στηρίξει την απαλλαγή της ευθύνης του ο πωλητής στο γεγονός ότι γνώση της συγκεκριμένης σύμβασης είχε λάβει ο αγοραστής. Συνήθως τα μέρη θα διαμορφώνουν τους αντίστοιχους όρους ώστε να απαλλάσσεται από τυχόν ευθύνη του ο πωλητής μόνο εφόσον το ανακύψαν ζήτημα προκύπτει άμεσα και απευθείας από το κοινοποιηθέν έγγραφο· δηλ. στην περίπτωσή μας η γνωστοποίηση της σύμβασης δεν θα αρκούσε αλλά θα έπρεπε να έχει γνωστοποιηθεί κάποια λ.χ. εξώδικη δήλωση ή αγωγή του προμηθευτή. Κλείνοντας, σκοπός τελικά του DD είναι να δοθεί στον αγοραστή μια όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα για τα ουσιώδη και σοβαρά προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν και να συνδράμει αφενός στον καθορισμό του τιμήματος της πώλησης, αφετέρου στην κατανομή της ευθύνης μεταξύ των μερών όταν έρθει η ώρα της κατάρτισης του συμφωνητικού εξαγοράς (SPA)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Εξαίρεση εισοδήματος του πτωχού – οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία και ετησια απαλλαγη από κήρυξη της πτώχευσης οφειλών του.

Legal insight Οκτώβριος 2025 Ελεάννα Καρανικόλα, Δικηγόρος Περίληψη: Σε προηγούμενα άρθρα μας αναφερθήκαμε στη διαδικασία που ακολουθείται για την κήρυξη πτώχευσης μικρού αντικειμένου, όπως και στα περιουσιακά στοιχεία που κρατεί ο οφειλέτης – πτωχός μετά την κήρυξη του σε πτώχευση (βλ. εδώ). Στο παρόν, θα ασχοληθούμε με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 92 παρ. 3 του ν. 4738/2020 («ΚΑφ») για την πλήρη εξαίρεση μέρους του ετήσιου εισοδήματος του πτωχού – οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία και τη συνακόλουθη ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 192 παρ. 2 ΚΑφ, δυνάμει της οποίας ο πτωχός απαλλάσσεται σε ένα (1) έτος από την κήρυξη της πτώχευσης από τις οφειλές του. 1. Η νομοθετική πρόβλεψη Μία εκ των βασικότερων συνεπειών που επέρχονται από την κήρυξη της πτώχευσης είναι και ο διαχωρισμός της περιουσίας του πτωχού σε πτωχευτική και μεταπτωχευτική χάριν εξυπηρέτησης των σκοπών της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 93 παρ. 1 ΚΑφ, ο οφειλέτης δεν μπορεί να διοικεί εφεξής την περιουσία του, δηλαδή να τη διαθέτει και να τη διαχειρίζεται, καθώς οι συγκεκριμένες εξουσίες περιέρχονται εφεξής στον σύνδικο της πτώχευσης. Η πτωχευτική περιουσία, η οποία εμπίπτει στους ανωτέρω περιορισμούς και εξυπηρετεί τους σκοπούς της πτώχευσης, αποτελείται από το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσής του, ενώ ό,τι αποκτήθηκε μετά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο περιλαμβάνεται στην μεταπτωχευτική περιουσία και παραμένει στη διοίκηση του πτωχού (βλ. αναλυτικότερα εδώ). Ως εξαίρεση στην ανωτέρω διάκριση, με το άρθρο 92 παρ. 2 ΚΑφ, ο νομοθέτης προέβλεψε την υπό προϋποθέσεις υποχρέωση του οφειλέτη να εισφέρει ένα τμήμα του ετήσιου εισοδήματός του στην πτωχευτική περιουσία έως την απαλλαγή του. Ειδικότερα, εισφέρεται το μέρος του ετησίου εισοδήματος του οφειλέτη, αφού αφαιρεθούν οι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου κατά την παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όποιο είναι υψηλότερο εκ των δύο. Εντούτοις, με την παράγραφο 3 του άρθρου 92 ΚΑφ, επανερχόμαστε στον κανόνα της εξαίρεσης των εισοδημάτων του οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία, όταν συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις που θα εκτεθούν κατωτέρω. 2. Οι προϋποθέσεις υπαγωγής και τα έννομα αποτελέσματα Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να υπαχθεί ο οφειλέτης – πτωχός στην εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: Τα πάγια περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (είτε κύρια κατοικία είτε άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία είτε το σύνολο αυτών) να έχουν αξία άνω των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000€), όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 4738/2020. Η αξία της περιουσίας του οφειλέτη να υπερβαίνει το 10% των συνολικών του υποχρεώσεων, οι οποίες θα εξακριβωθούν με βάση το στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας και ειδικότερα με βάση την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς τη διαδικασία ελέγχου των απαιτήσεων. Συγκεκριμένα, όταν δεν έχει παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία για την αναγγελία των απαιτήσεων των πιστωτών, τότε οι συνολικές υποχρεώσεις του οφειλέτη θα προκύπτουν από τα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση πτώχευσης έγγραφα (βλ. άρθρ. 79 παρ. 6 ΚΑφ). Να μην έχουν προσμετρηθεί τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν στη διάρκεια των δώδεκα μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση που πληρούνται τα ως άνω κριτήρια, εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη ανεξαρτήτως ύψους μέχρι και το πενταπλάσιο των ευλογών δαπανών διαβίωσης (ενδεικτικά, με βάση τις στατιστικές της ΕΛΣΤΑΤ το ποσό των εύλογων δαπανών διαβίωσης ετησίως για έναν ενήλικα ανέρχεται στις 6.448€ και το πενταπλάσιο αυτών στις 32.240€.). Η ratio legis της επίμαχης νομοθετικής ρύθμισης, ως αυτή εμφαίνεται από την αιτιολογική έκθεση του ΚΑφ, είναι η αποφυγή της υπερβολικής επιβάρυνσης του οφειλέτη με την υποχρέωση εισφοράς και μέρος των εισοδημάτων του, ιδίως όταν έχει εισφέρει ήδη αξιόλογο και επαρκές μέρος της περιουσίας του στην πτωχευτική διαδικασία (βλ. ενδεικτικά την υπ’ αρ. 6/2023 ΕιρΙλίου). Για την υπαγωγή του οφειλέτη στην εν λόγω ευεργετική διάταξη, θα πρέπει ο ίδιος να υποβάλει σχετική αίτηση στο Πτωχευτικό Δικαστήριο (ή, άλλως, να συμπεριλάβει σχετικό αίτημα στην αίτηση πτώχευσης) και να εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίσει ότι συντρέχουν σωρευτικά οι ανωτέρω προϋποθέσεις και ακολούθως, θα εξαιρέσει από την πτωχευτική περιουσία το μέρος του ετήσιου εισοδήματος που όφειλε να προσφέρει ο πτωχός στην πτωχευτική περιουσία. Σημαντικό πλεονέκτημα της υπαγωγής του οφειλέτη που κηρύχθηκε σε πτώχευση στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ, είναι η συνακόλουθη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 192 παρ. 2 ΚΑφ. Πιο συγκεκριμένα, καταρχήν ο οφειλέτης – πτωχός απαλλάσσεται πλήρως από κάθε οφειλή προς τους πτωχευτικούς πιστωτές, ανεξαρτήτως του αν έχουν αναγγελθεί ή όχι, τριάντα έξι (36) μήνες από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του. Σημειωτέον ότι, η εν λόγω προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και με παρέμβαση στη συζήτηση της αίτησης εξαίρεσης των εισοδημάτων του πτωχού. Ωστόσο, ειδικά για τους οφειλέτες που πληρούν τις προϋποθέσεις για την εξαίρεση των εισοδημάτων τους, ως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω, επιφυλάχθηκε η σύντμηση της προθεσμίας απαλλαγής από τα χρέη τους στο ένα (1) έτος από την κήρυξη της πτώχευσης. Επί τούτου, προσφάτως με το άρθρο 245 του ν. 5222/2025 (ΦΕΚ Α 134/28.07.2025), διευκρινίστηκε ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 192 παρ. 2 ΚΑφ και την απαλλαγή στο ένα (1) έτος, απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης από το πτωχευτικό δικαστήριο, με την οποία θα εξαιρούνται τα εισοδήματά του οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία βάσει του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ. Συνεπώς, δεν αρκεί μόνο το γεγονός της πλήρωσης των όρων της διάταξης, αλλά απαιτείται και η έκδοση σχετικής απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου που αναγνωρίζει τη συνδρομή των επίμαχων κριτηρίων και διατάσσει την εξαίρεση των εισοδημάτων (βλ. σχετικά την υπ’ αρ. 93/2024 ΕιρΑθ). Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι, με την υπ’ αρ. 564/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε, ως δικαιοπολιτικά ορθό ότι, δικαιούμενοι της υπαγωγής στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ και της απαλλαγής εντός ενός (1) έτους από τις οφειλές τους, είναι και οι οφειλέτες, οι οποίοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της διάταξης για την εξαίρεση των εισοδημάτων τους από την πτωχευτική περιουσία, πλην όμως, δεν διαθέτουν εισόδημα. Αναλυτικότερα, στην επίμαχη υπόθεση, ο αιτών, ο οποίος είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, έχοντας μηδενικό εισόδημα, οφειλές ύψους 1.380.048,00€ και δεδομένου ότι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του τα οποία δεν αποκτήθηκαν τους τελευταίους 12 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ανέρχονται στο ποσό των 268.816,35€, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 100.000€ και το 10% του συνόλου των οφειλών του, ήτοι το ποσό των 138.004,80€, υπέβαλε αίτηση στο Πτωχευτικό Δικαστήριο για την αναγνώριση των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 92 παρ. 3 ΚΑφ και την απαλλαγή από τις οφειλές του στο (1) έτος, η οποία έγινε δεκτή. 3. Αντί επιλόγου Συμπερασματικά, με το ανωτέρω πλέγμα διατάξεων του ΚΑφ, ο νομοθέτης προνόησε για την ευμενέστερη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας οφειλετών που πτώχευσαν, μέσω της, υπό προϋποθέσεις, εξαίρεσής τους από την υποχρέωση απόδοσης μέρους του ετήσιου εισοδήματός τους στην πτωχευτική περιουσία. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι εν λόγω οφειλέτες εισέφεραν ήδη ένα σημαντικό τμήμα της περιουσίας τους στην πτωχευτική περιουσία, ενώ η σημαντικότερη έννομη συνέπεια της υπαγωγής στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ΚΑφ, είναι η επέλευση της απαλλαγής τους από τα χρέη τους εντός ενός (1) έτους από την κήρυξη της πτώχευσής τους.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Ν.5162/2024 ΚΑΙ ΕΓΚ ΕΡΜΗΝ Ε2088/2025 ΑΑΔΕ

Φορολογικά Κίνητρα Μετασχηματισμών βάσει του Μέρους Δ΄ του Ν. 5162/2024 - Ερμηνευτική Ανάλυση της Ε.2088/10.10.2025 Ερμηνευτική Ανάλυση της Ε.2088/10.10.2025 Φορολογικά Κίνητρα Μετασχηματισμών βάσει του Μέρους Δ΄ του Ν. 5162/2024 (Α΄ 198 – Ενοποίηση του καθεστώτος μετασχηματισμών και κατάργηση των ν.δ. 1297/1972, ν. 2166/1993, ν. 2578/1998 και άρθρων 52–56 ΚΦΕ) 1. Εισαγωγή Με τον Ν. 5162/2024, το καθεστώς των φορολογικών κινήτρων για εταιρικούς μετασχηματισμούς ενοποιήθηκε και εκσυγχρονίστηκε πλήρως, αντικαθιστώντας τα διάσπαρτα νομοθετήματα των τελευταίων πενήντα ετών (ν.δ. 1297/1972, ν. 2166/1993, ν. 2578/1998, άρθρα 52-56 ΚΦΕ και άρθρο 61 του Ν. 4438/2016). Η εγκύκλιος Ε.2088/10.10.2025 της ΑΑΔΕ εκδόθηκε με σκοπό την παροχή ενιαίων οδηγιών για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους Δ΄ του νόμου (άρθρα 47–56, 58–59). Ο νόμος ενσωματώνει παράλληλα τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ και εναρμονίζεται με τον Ν. 4601/2019 περί εταιρικών μετασχηματισμών, επιτυγχάνοντας πλήρη ταύτιση φορολογικού και εταιρικού δικαίου. 2. Σκοπός και φιλοσοφία του νέου πλαισίου Στόχος του νομοθέτη ήταν: Η ουδετερότητα στη φορολόγηση των μετασχηματισμών. Η αποφυγή επιβολής φόρου υπεραξίας κατά τον χρόνο του μετασχηματισμού. Η μεταφορά αποθεματικών, ζημιών και προβλέψεων στη νέα ή λήπτρια εταιρεία. Η ενίσχυση διασυνοριακών συγχωνεύσεων και μετατροπών εντός Ε.Ε. Η διεύρυνση των κινήτρων σε εισφορές ατομικών επιχειρήσεων και κοινοπραξιών. Η εγκύκλιος Ε.2088/2025 καθορίζει τη λειτουργία αυτών των διατάξεων με ενιαίες ερμηνείες, αποσαφηνίζοντας το πεδίο εφαρμογής, τα είδη μετασχηματισμών και τις προϋποθέσεις φορολογικής απαλλαγής. 3. Ανάλυση ανά άρθρο Άρθρα 47 – 48 – 53: Πεδίο Εφαρμογής και Ορισμοί 3.1 Πεδίο εφαρμογής Οι διατάξεις του Μέρους Δ΄ του Ν. 5162/2024 εφαρμόζονται σε: Συγχωνεύσεις Διασπάσεις (ολικές, μερικές, αποσχίσεις κλάδων) Ανταλλαγές εταιρικών συμμετοχών Μετατροπές εταιρειών Οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις πρέπει να έχουν μία από τις μορφές του άρθρου 2 του Ν. 4601/2019 (Α.Ε., ΕΠΕ, ΙΚΕ, Ο.Ε., Ε.Ε., ετερόρρυθμες κατά μετοχές, κοινοπραξίες άρθρου 293 Ν. 4072/2012, αστικοί συνεταιρισμοί, ευρωπαϊκές εταιρείες SE και SCE). Η έννοια της ανταλλαγής εταιρικών συμμετοχών (άρθρο 48 περ. θ΄) περιλαμβάνει την απόκτηση συμμετοχών άλλης εταιρείας έναντι έκδοσης ή μεταβίβασης τίτλων, υπό την προϋπόθεση κατοχής τουλάχιστον 50% + 1 των δικαιωμάτων ψήφου. 3.2 Είδη μετασχηματισμών Κατηγορία Εφαρμογή Φορολογικά αποτελέσματα Εγχώριοι μετασχηματισμοί Μεταξύ ημεδαπών εταιρειών που υπόκεινται στο ίδιο φορολογικό καθεστώς Ουδετερότητα φόρου υπεραξίας, μεταφορά αποθεματικών και ζημιών Διασυνοριακοί εντός Ε.Ε. Μεταξύ εταιρειών κρατών-μελών Ε.Ε. Εφαρμογή Οδηγίας 2009/133/ΕΚ – διατήρηση δικαιώματος φορολόγησης του κράτους προέλευσης Διασυνοριακοί εκτός Ε.Ε. Με εταιρείες χωρών με ΣΑΔΦ ή ΣΔΣ Παρόμοια μεταχείριση υπό προϋποθέσεις, περιορισμένη σε εισφορά κλάδου ή ανταλλαγή συμμετοχών Εισφορά ατομικής επιχείρησης Από φυσικό πρόσωπο σε ΑΕ/ΕΠΕ/ΙΚΕ Εφαρμόζεται άρθρο 52 – απαλλαγή υπεραξίας, μεταφορά φορολογικών υποχρεώσεων Εισφορά κοινοπραξίας άρθρου 293 Ν. 4072/2012 Προς νομικό πρόσωπο Ισχύουν ίδιες απαλλαγές 3.3 Διασυνοριακοί μετασχηματισμοί – Κύριες προϋποθέσεις Ημεδαπή λήπτρια – αλλοδαπή εισφέρουσα (εντός Ε.Ε.) Τα εισφερόμενα στοιχεία πρέπει να συνδέονται με δραστηριότητα εντός Ελλάδας. Αλλοδαπή λήπτρια – ημεδαπή εισφέρουσα Επιτρέπεται μόνο εφόσον δημιουργείται μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Με τρίτες χώρες (εκτός Ε.Ε.) Δυνατή μόνο αν υπάρχει ΣΑΔΦ ή Σύμβαση Διοικητικής Συνδρομής. Μετατροπές / Μεταφορά έδρας SE ή SCE Ρυθμίζονται από το άρθρο 54 – χωρίς λύση της εταιρείας, με διατήρηση νομικής προσωπικότητας. Άρθρο 49: Αποτίμηση Περιουσιακών Στοιχείων Η φορολογική βάση των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται στη λήπτρια εταιρεία παραμένει αμετάβλητη. Τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού μεταφέρονται με ίδια λογιστική και φορολογική αξία, χωρίς αναπροσαρμογή ή αναγνώριση υπεραξίας. Άρθρο 50: Φορολόγηση Υπεραξίας Η υπεραξία που προκύπτει από τη συγχώνευση, διάσπαση, απόσχιση ή μετατροπή δεν φορολογείται κατά τον χρόνο του μετασχηματισμού. Αναγνωρίζεται φορολογική ουδετερότητα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εισφερόμενα στοιχεία συνδέονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα της λήπτριας. Η φορολογική υποχρέωση μετατίθεται στον χρόνο μεταγενέστερης διάθεσης των στοιχείων. Για αλλοδαπές εταιρείες εντός Ε.Ε., παρέχεται πίστωση φόρου για φόρους που θα επιβάλλονταν στο κράτος μέλος προέλευσης (άρθρα 9 & 68 ΚΦΕ). Άρθρο 51: Αποσβέσεις – Μεταφορά Ζημιών – Αποθεματικών Η λήπτρια εταιρεία: συνεχίζει τις φορολογικές αποσβέσεις με βάση τις υφιστάμενες αξίες, αναγνωρίζει τις φορολογικές ζημίες που μεταφέρονται, μεταφέρει φορολογημένα και αφορολόγητα αποθεματικά, καθώς και προβλέψεις. Δεν αναγνωρίζονται ζημίες εφόσον ο μετασχηματισμός έχει φοροαποφυγικό χαρακτήρα ή στερείται οικονομικής ουσίας. Άρθρο 52: Εισφορά Ατομικής Επιχείρησης ή Κοινοπραξίας Η διάταξη επεκτείνει για πρώτη φορά τα κίνητρα σε φυσικά πρόσωπα που μετατρέπουν την ατομική τους επιχείρηση σε νομική μορφή. Προϋποθέσεις: Εισφέρουσα και λήπτρια είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας. Εισφέρεται το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας (όχι τμήμα αυτής). Μετά την εισφορά, η ατομική επιχείρηση παύει τη δραστηριότητά της. Η αποτίμηση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 17 Ν. 4548/2018 (εισφορές σε είδος). Άρθρο 53: Διασυνοριακές Συγχωνεύσεις και Διασπάσεις Το άρθρο εξειδικεύει τα κριτήρια υπαγωγής: Στην Ε.Ε., εφαρμόζονται οι αρχές της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ. Για χώρες εκτός Ε.Ε., απαιτείται ύπαρξη ΣΑΔΦ ή ΣΔΣ. Προβλέπεται φορολόγηση υπεραξίας στην Ελλάδα όταν εισφέρεται μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό, χωρίς δικαίωμα πίστωσης φόρου (εκτός Ε.Ε.). Άρθρο 54: Μεταφορά Καταστατικής Έδρας και Διασυνοριακή Μετατροπή Καλύπτει την περίπτωση μεταφοράς έδρας ευρωπαϊκής εταιρείας (SE) ή ευρωπαϊκής συνεταιριστικής (SCE), καθώς και διασυνοριακής μετατροπής εταιρείας χωρίς λύση ή εκκαθάριση. Η εταιρεία διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα και η φορολογική βάση των περιουσιακών στοιχείων μεταφέρεται αυτούσια. Άρθρο 55: Φορολόγηση Μετόχων Διαφανών Εταιρειών Φορολογικός κάτοικος Ελλάδας που κατέχει συμμετοχή σε διαφανή εταιρεία υποβάλλεται σε φόρο για το εισόδημα που αναλογεί στην ελληνική του συμμετοχή, σε περίπτωση διασυνοριακού μετασχηματισμού. Άρθρο 56: Λοιπές Απαλλαγές – Αντικαταχρηστικός Κανόνας Το άρθρο καθιερώνει: Απαλλαγές από φόρο εισοδήματος, φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, τέλη χαρτοσήμου και ΦΠΑ, όπου προβλέπεται. Ρήτρα κατάχρησης: εάν ο μετασχηματισμός δεν έχει ουσιαστικό οικονομικό σκοπό, η Διοίκηση μπορεί να άρει τα ευεργετήματα. Άρθρα 58 – 59: Μεταβατικές και Καταργούμενες Διατάξεις Καταργούνται από την έναρξη ισχύος του Ν. 5162/2024: Το ν.δ. 1297/1972, Τα άρθρα 1–4 του Ν. 2166/1993, Το Κεφάλαιο Α΄ του Ν. 2578/1998, Τα άρθρα 52–56 ΚΦΕ, Το άρθρο 61 του Ν. 4438/2016. Οι εκκρεμείς μετασχηματισμοί που είχαν κινηθεί με βάση τα παλαιά καθεστώτα ολοκληρώνονται με το προϊσχύον δίκαιο. 4. Συγκριτικός Πίνακας Παλαιών – Νέων Διατάξεων Πλαίσιο Έτη Ισχύος Κύρια χαρακτηριστικά Κατάργηση Ν.Δ. 1297/1972 1972–2024 Απαλλαγές κεφαλαίου – μηδενική φορολογία υπεραξίας Ν. 5162/2024 Ν. 2166/1993 1993–2024 Απλούστερη διαδικασία, περιορισμένες απαλλαγές Ν. 5162/2024 Ν. 2578/1998 1998–2024 Διασυνοριακές συγχωνεύσεις εντός Ε.Ε. Ν. 5162/2024 Άρθρα 52–56 ΚΦΕ 2013–2024 Ανταλλαγή μετοχών, αποσβέσεις Ν. 5162/2024 Ν. 5162/2024 Από 1.1.2025 Ενοποίηση, ουδετερότητα, ενσωμάτωση εταιρικού δικαίου Ενεργό 5. Πρακτικές Επισημάνσεις για Εφαρμογή Η επίκληση στο σχέδιο μετασχηματισμού πρέπει να αναφέρει ρητά τον Ν. 4601/2019 και τον Ν. 5162/2024. Δεν επιτρέπεται παράλληλη εφαρμογή άλλων αναπτυξιακών ή φορολογικών κινήτρων (άρθρο 1 §3 Ν. 4935/2022). Οι λογιστικές αξίες μεταφέρονται αυτούσιες — δεν επιτρέπεται αναπροσαρμογή. Η φορολογική ουδετερότητα αίρεται αν διαπιστωθεί καταχρηστικός σκοπός ή τεχνητή μεταβίβαση υπεραξίας. Ισχύουν οι διατάξεις ΕΛΠ για τις λογιστικές εγγραφές και τη συνέχιση των αποσβέσεων. Οι φορολογικές ζημίες μεταφέρονται στη λήπτρια εταιρεία με τα χρονικά όρια του άρθρου 27 ΚΦΕ (5 έτη). 6. Συμπέρασμα Η Ε.2088/2025 αποτελεί καθοριστική ερμηνευτική οδηγία για την εφαρμογή του νέου, ενιαίου πλαισίου φορολογικών κινήτρων μετασχηματισμών. Ο Ν. 5162/2024: αποκαθιστά τη φορολογική ουδετερότητα, παρέχει σταθερό καθεστώς για εγχώριους και διασυνοριακούς μετασχηματισμούς, εναρμονίζει πλήρως την Ελλάδα με το ευρωπαϊκό εταιρικό δίκαιο, και διευκολύνει συνενώσεις, αναδιαρθρώσεις και μετασχηματισμούς χωρίς φορολογική επιβάρυνση. Η ουσία της νέας ρύθμισης συνοψίζεται στη φράση: «Ο μετασχηματισμός δεν πρέπει να τιμωρείται φορολογικά, αλλά να ενθαρρύνεται όταν υπηρετεί επιχειρηματική ουσία και οικονομική συνέπεια.»

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΕΠΙ ΑΓΟΡΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ - ΣΥΖΥΓΩΝ

Αγορά περιουσιακών στοιχείων μεταξύ συζύγων – Τεκμήρια, φορολογία και η ανάγκη για δωρεά Κατηγορία Αρθρογραφία ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και του Θάνου Δαλιάνη* Σύμφωνα με την ελληνική φορολογική νομοθεσία, τα τεκμήρια διαβίωσης καθώς και οι ετήσιες δαπάνες που δηλώνονται για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων (π.χ. ακίνητα, συμμετοχές σε εταιρείες, χορηγήσεις δανείων), αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από τη φορολογική διοίκηση ως προς την πηγή προέλευσης των σχετικών χρημάτων. Κοινά τεκμήρια, αλλά ατομική ευθύνη ως προς τις δαπάνες απόκτησης Αν και οι σύζυγοι (ή τα πρόσωπα με σύμφωνο συμβίωσης) υποβάλλουν κοινή φορολογική δήλωση και λαμβάνονται υπόψη κοινά τεκμήρια διαβίωσης, κάθε φυσικό πρόσωπο αξιολογείται ξεχωριστά ως προς την τεκμηρίωση των δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Επομένως, αν η σύζυγος αποκτήσει ακίνητο και δεν διαθέτει επαρκή δηλωθέντα εισοδήματα ή ανάλωση κεφαλαίου, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος επιβολής φόρου δωρεάς ή ακόμη και τεκμαρτής φορολόγησης εισοδήματος. Η λύση της δωρεάς χρημάτων πριν την αγορά Για την αποφυγή του φόρου ή της τεκμαρτής φορολόγησης, είναι κρίσιμο η οποιαδήποτε οικονομική ενίσχυση μεταξύ των συζύγων να πραγματοποιείται πριν την αγορά περιουσιακού στοιχείου, με τη μορφή χρηματικής δωρεάς. Η δωρεά αυτή μπορεί να είναι ατελής (χωρίς φόρο) εφόσον το ποσό δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 του ν. 2961/2001 για τις δωρεές μεταξύ συζύγων (κατηγορία Α’). Νομολογιακή αντιμετώπιση και κρίσιμες αποφάσεις Η ΔΕΔ με την υπ’ αριθμ. 4512/2021 απόφασή της έκρινε ότι η αγορά ακινήτου από σύζυγο χωρίς ίδια εισοδήματα, όταν τα χρήματα προήλθαν από τον άλλο σύζυγο και δεν υπήρξε συμβολαιογραφική ή απλή μέσω ιδιωτικού συμφωνητικού δωρεά, τεκμαίρεται ως άτυπη δωρεά και επιβάλλεται φόρος. Ο έλεγχος διαπίστωσε μείωση της περιουσίας του ενός συζύγου και αντίστοιχη αύξηση του άλλου, στοιχείο που υποδεικνύει μεταβίβαση χωρίς αντάλλαγμα. Σύγκρουση με τον Αστικό Κώδικα Η υποχρέωση φορολογικής τεκμηρίωσης οδηγεί συχνά σε σύγκρουση με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες τα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου θεωρούνται κοινά. Παρά ταύτα, από φορολογική άποψη, κάθε σύζυγος θεωρείται αυτοτελές φορολογικό πρόσωπο, υποχρεωμένο να αιτιολογήσει το σύνολο των δαπανών του. Συμπεράσματα και προτάσεις Πριν από οποιαδήποτε αγορά περιουσιακού στοιχείου ή συμμετοχή σε εταιρεία, όταν συμμετέχει σύζυγος χωρίς επαρκή εισοδήματα, συστήνεται: – Η προγενέστερη δωρεά χρημάτων με συμβολαιογραφική πράξη ή σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου και η μεταφορά των χρημάτων να γίνει αποκλειστικά μέσω τράπεζας. – Η διασφάλιση ότι τα ποσά που θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά έχουν καλυφθεί από δηλωμένα εισοδήματα ή τεκμηριωμένη ανάλωση κεφαλαίου. – Η φορολογική συμμόρφωση ως προς τα τεκμήρια του άρθρου 32 και τις δαπάνες απόκτησης του άρθρου 34 του ν. 4172/2013. Ενδεικτικά Παραδείγματα Παράδειγμα 1 – Αγορά ακινήτου από σύζυγο χωρίς εισόδημα Η κα Μαρία, σύζυγος του κ. Νίκου, αποκτά ένα διαμέρισμα αξίας 150.000 ευρώ στο όνομά της. Η Μαρία δεν έχει δηλώσει κανένα εισόδημα τα τελευταία έτη. Ο Νίκος είναι ο μόνος εργαζόμενος και έχει δηλώσει εισόδημα 50.000 ευρώ ετησίως. Το ποσό για την αγορά του ακινήτου προέρχεται αποκλειστικά από λογαριασμό του Νίκου. Αν δεν έχει προηγηθεί δωρεά από τον Νίκο προς τη Μαρία, τότε η εφορία ενδέχεται να θεωρήσει ότι η Μαρία απέκτησε περιουσιακό στοιχείο χωρίς επαρκή οικονομικά μέσα και θα της καταλογίσει τεκμαρτό εισόδημα ή θα επιβάλει φόρο δωρεάς. Παράδειγμα 2 – Ορθή εφαρμογή της δωρεάς Ο κ. Γιάννης θέλει να αγοράσει εξοχική κατοικία στο όνομα της συζύγου του, κας Ελένης, η οποία δεν έχει καθόλου εισοδήματα. Το τίμημα είναι 200.000 ευρώ. Για να είναι φορολογικά καλυμμένοι, ο Γιάννης προχωρά πρώτα σε τραπεζική μεταφορά 200.000 ευρώ στον λογαριασμό της Ελένης με αιτιολογία ‘χρηματική δωρεά’. Η δωρεά δηλώνεται και γίνεται αποδεκτή από την αρμόδια ΔΟΥ. Εφόσον είναι κάτω του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ, δεν επιβάλλεται φόρος. Η Ελένη αγοράζει το ακίνητο και έχει τεκμηριωμένη κάλυψη του ποσού. Παράδειγμα 3 – Κοινή συμμετοχή συζύγων σε ίδρυση ΙΚΕ Οι σύζυγοι Ανδρέας και Σοφία ιδρύουν ΙΚΕ με εταιρικό κεφάλαιο 20.000 ευρώ. Ο Ανδρέας δηλώνει εισοδήματα 60.000 ευρώ και συμμετέχει με 15.000 ευρώ. Η Σοφία δεν δηλώνει εισοδήματα αλλά συμμετέχει με 5.000 ευρώ. Για να μην τεθεί ζήτημα τεκμηρίου ή δωρεάς, ο Ανδρέας προχωρά πριν τη σύσταση σε δωρεά 5.000 ευρώ προς τη Σοφία, ώστε αυτή να μπορεί να δικαιολογήσει την εισφορά της. * O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός. O Γιάννης Αρτσίτας είναι Partner και Διευθυντής Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion A.E. Ο Θάνος Δαλιάνης είναι Partner της GRAND VALUE, εταιρεία-μέλος του ΟΜΙΛΟΥ ARTION.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ

  ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Σεπτέμβριος 2025

Μαρία Τσουκαλά, Δικηγόρος

     Περίληψη: Η περιουσιακή ζημία είναι η πιο συνήθης μορφή ζημίας που συναντάται στη σφαίρα άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας και εν γένει στον κόσμο των συναλλαγών. Σε περίπτωση πρόκλησης περιουσιακής ζημίας, η εκάστοτε επιχείρηση μπορεί να αξιώσει αποζημίωση, η οποία συνίσταται είτε στην ανόρθωση της θετικής περιουσιακής ζημίας που υπέστη ή στην αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, δηλαδή των διαφυγόντων κερδών, τα οποία θα αποκόμιζε η επιχείρηση κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει το ζημιογόνο γεγονός. Ιδιαίτερη βαρύτητα στην τελευταία αυτή περίπτωση (ενν. των διαφυγόντων κερδών), προκειμένου το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημίωση από διαφυγόντα κέρδη, έχουν οι προπαρασκευαστικές ενέργειες/μέτρα τα οποία λήφθηκαν από την επιχείρηση, η οποία απέβλεπε με τον τρόπο αυτό στο να προσκομίσει κέρδη και να επιτύχει μια οικονομικά αποδοτική πορεία σε βάθος χρόνου, ενώ μεγάλη σημασία έχουν τα συμβατικά προπαρασκευαστικά μέτρα για τη θεμελίωση της αξίωσης επί απώλειας κάποιας μελλοντικής επένδυσης.


1. Έννοια διαφυγόντος κέρδους:

Με τo άρθρο 298 εδ. β’ ΑΚ ορίζεται η έννοια του διαφυγόντος κέρδους: «Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Το διαφυγόν κέρδος συνίσταται στην αποτροπή αύξησης της περιουσίας, που θα επερχόταν χωρίς την παρεμβολή του ζημιογόνου γεγονότος. Δηλαδή, χωρίς αυτό θα είχε αυξηθεί το ενεργητικό της επιχείρησης με την επίτευξη, για παράδειγμα, εμπορικών κερδών από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή θα είχε μειωθεί το παθητικό, με την εξόφληση χρεών.

Ακριβώς λόγω του ότι το διαφυγόν κέρδος βασίζεται στην υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, ο δικαστής μπορεί να αρκεστεί στην πιθανότητα ως προς το εάν το κέρδος αυτό θα επερχόταν. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος.


2. Ειδικά το ζήτημα αξίωσης αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, σε συνάρτηση με τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έλαβε η επιχείρηση:

Σύμφωνα με τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, ειδικά για την περίπτωση που αξιώνεται από το Δικαστήριο η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία συνίστανται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή ματαίωσης άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, θα πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά στο δικόγραφο του ζημιωθέντος οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται η επιχειρηματική του δραστηριότητα και τα εισοδήματα, τα οποία θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από τη δραστηριότητα αυτή στο μέλλον αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός [σημειώνεται ότι η νομολογία αναφέρεται συχνά στο πρόωρο των αξιώσεων που επεκτείνονται στο «μακρινό μέλλον» και απορρίπτει για τον λόγο αυτό τις αγωγές ως προώρως ασκηθείσες, καθώς όσο πιο μακρύ είναι το διάστημα στο οποίο εκτείνεται η αξίωση, τόσο περισσότεροι αστάθμητοι παράγοντες εμφιλοχωρούν. Φαίνεται, πάντως, πως η δεκαετία γίνεται αποδεκτή από τη νομολογία ως απώτατο χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν κρίνεται η αγωγή προώρως ασκηθείσα. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της χρονικής διάρκειας, όπου τοποθετείται το όριο ανάμεσα στο πρόωρο ή μη, κρίνεται in concreto.   βλ. χαρακτηριστικά την ΜΕφΑθ 82/2025 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), την ΤρΕφΠειραιά 15/2024 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), την ΜονΕφΘες 467/2021 (ΤΝΠ QUALEX), την ΜονΕφΘες 179/2019 (ΤΝΠ QUALEX) κ.ο.κ].

Επιπλέον, θα πρέπει να εκτίθεται αναλυτικά στο δικόγραφο τα ληφθέντα από την επιχείρηση προπαρασκευστικά μέτρα, τα οποία θα  εξασφάλιζαν με πιθανότητα την είσπραξη, από την επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα, των ποσών που αξιώνονται ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Τέτοιες προπαρασκευαστικές ενέργειες (με τη μορφή ανάληψης προηγούμενων πρωτοβουλιών από την επιχείρηση) ως αυτές έχουν ληφθεί υπόψιν από τα Δικαστήρια προκειμένου να καταλήξουν, μεταξύ άλλων, στην κρίση τους περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω πρόκλησης ζημίας από διαφυγόντα κέρδη είναι ενδεικτικά: 

  • Η οργανωτική δομή και η επιχειρηματική υποδομή της επιχείρησης·
  • η επιχειρηματική στρατηγική στην αγορά του προωθούμενου από την επιχείρηση προϊόντος·
  • η σύνταξη ‘’Business Plan’’, δηλαδή επιχειρησιακού σχεδίου από τον οικονομικό σύμβουλο της επιχείρησης στο οποίο προβλέπεται ο σκοπός της επιχείρησης, ο κύκλος εργασιών αυτής κατ’ έτος λειτουργίας και αναλυτικά αριθμητικά μεγέθη σχετικά με τον αριθμό των διαθέσιμων δωματίων, τον αναμενόμενο αριθμό των κρατήσεων και την αξία αυτών (με τη μέση τιμή ανά πελάτη για κάθε ημέρα κράτησης ή με βάση τον τύπο των δωματίων ανά ημέρα) ή και τυχόν άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες που, κατά τη κοινή αντίληψη και κατά το συνήθως συμβαίνον στον οικείο επαγγελματικό κύκλο, δύναται να αποδείξουν τα πιθανά έσοδα που αναμένεται να προσπορίσει η επιχείρηση από τη διάθεση κάθε δωματίου·
  • η ανάθεση σε τεχνικό της μελέτης και του σχεδιασμού του έργου·
  • η ανάθεση μελέτης βιωσιμότητας μίας επιχείρησης·
  • η σύναψη εργολαβικών συμφωνητικών·
  • η έκδοση άδειας δόμησης·
  • η κατασκευή των απαιτούμενων εγκαταστάσεων και η αγορά εξοπλισμού·
  • η χρηματοδότηση από τρίτες πηγές (λ.χ. τραπεζικός δανεισμός, προγράμματα ΕΣΠΑ κ.ο.κ)·
  • η πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού·
  • η προμήθεια των πρώτων υλών και η παραγγελία προϊόντων·
  • οι επικοινωνίες/συμφωνίες με γραφεία εύρεσης προσωπικού·
  • οι πλατφόρμες ή συμφωνίες με κατάλληλους επαγγελματίες του χώρου αναφορικά με την προώθηση, διαφήμιση και λειτουργία της επιχείρησης·
  • οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο επιχειρηματίας προκειμένου να εξασφαλίσει τη μίσθωση λ.χ. του ξενοδοχείου του σε περίπτωση επιχείρησης τουριστικών καταλυμάτων με παροχή υπηρεσιών ξενοδοχειακής εξυπηρέτησης, οι συμφωνίες με τουριστικά πρακτορεία για εγγυημένη ενοικίαση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος για τα πρώτα έτη λειτουργίας του, οι προωθητικές ενέργειες διαφήμισης του ξενοδοχείου κ.ο.κ.·
  • η σύναψη εργολαβικών συμβάσεων, οι επικοινωνίες και η σύναψη συμβάσεων με αρχιτέκτονες, μηχανικούς, ειδικούς συμβούλους και η εκπόνηση μελετών από τους αντίστοιχους επαγγελματίες για το έργο.


3. Στο παρόν κεφάλαιο παρατίθενται χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων τα οποία έκριναν περί της επιδίκασης ή μη αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος σε συνάρτηση (μεταξύ άλλων) με τη λήψη ή μη προπαρασκευαστικών μέτρων. Ειδικότερα:

  • H ΜΕφΑθ 434/2025 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) έκρινε ότι: «[…] Για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου αγωγικού αιτήματος, η ενάγουσα εκθέτει ότι θα αποκέρδαινε το ως άνω ποσό μετά πιθανότητας και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, και ότι το ποσό αυτό (108.680 ευρώ) εκτίθεται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα στο από Φεβρουαρίου 2013 επιχειρησιακό σχέδιο του οικονομικού συμβούλου της ........., το οποίο η ενάγουσα αναφέρει περιληπτικά στην αγωγή με πίνακα αποτελεσμάτων χρήσης — κερδοφορίας για τα έτη 2014 έως και 2023 […] Τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, όμως, δεν αποτελούν πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους), αλλά ούτε και τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα, βάσει των οποίων ήταν πιθανό το προσδοκώμενο διαφυγόν κέρδος της ενάγουσας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αφού παραλείπεται η αναφορά στα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί, και δη σε αριθμητικά μεγέθη που σχετίζονται με το κέρδος από τη λειτουργία του ξενοδοχείου στη διάρκεια της τουριστικής περιόδου του έτους 2014, όπως λ.χ. στον αριθμό των διαθέσιμων δωματίων, στον αναμενόμενο αριθμό των κρατήσεων και την αξία αυτών (με τη μέση τιμή ανά πελάτη για κάθε ημέρα κράτησης ή με βάση τον τύπο των δωματίων ανά ημέρα) ή και σε τυχόν άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες που, κατά τη κοινή αντίληψη και κατά το συνήθως συμβαίνον στον οικείο επαγγελματικό κύκλο, δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο απόδειξης για τα πιθανά έσοδα που αναμενόταν να είχε η ενάγουσα από τη διάθεση κάθε δωματίου […]».
  • Σύμφωνα με τις παραδοχές της ΜΕφΑθ 245/2022 (ΤΝΠ Qualex)« […] Πράγματι, δε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, η δέουσα εκτίμηση του υπό κρίση αιτήματος και του αντίστοιχου αγωγικού κονδυλίου, επιβάλλουν την παραδοχή αυτού ως ορισμένου και παραδεκτού, δεδομένου ότι, στο υπό κρίση δικόγραφο αναπτύσσονται όλα τα από το νόμο απαιτούμενα στοιχεία γι’ αυτό, δηλαδή, όλα τα περιστατικά τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία του αιτουμένου διαφυγόντος κέρδους, οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευστικά μέτρα (οι ιδιαίτερες συνθήκες της αγοράς των προϊόντων για τα οποία ήταν υπεύθυνος ο εναγόμενος, η οργανωτική δομή και η επιχειρηματική υποδομή της ενάγουσας), καθώς και τα επιμέρους κονδύλια, η πιθανότητα είσπραξης των οποίων μπορεί, ως εκ τούτων, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης στη συνέχεια […]».
  • Κατά την ΤρΕφΑθ 715/2020 (ΤΝΠ Qualex):  «[…] Κατόπιν τούτων, προέκυψε ότι ο ενάγων δικαιούται, λόγω της ως άνω άκαιρης διακοπής της ένδικης σύμβασης, από υπαιτιότητα της εναγομένης, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αυτός θα αποκόμιζε, με βάση τα ανωτέρω ληφθέντα απ’ αυτόν προπαρασκευαστικά μέτρα (υποδομή - εξοπλισμός - πελατεία) […]»
  • Η ΜΠρΘεσ 4062/2022 (ΤΝΠ Qualex) έκρινε ως εξής: «[…] Ακόμη δε γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς το ως άνω κονδύλιο από τη λειτουργία του καταστήματος (καφετέρια - αναψυκτήριο) καθ' όλη τη διάρκεια του έτους [οργάνωση και εμπειρία ανάλογης δραστηριότητας, πελατεία, διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης, τοποθεσία κλπ. Η έλλειψη σαφούς και συγκεκριμένης εξειδίκευσης των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κονδύλι της αποθετικής ζημίας ως αόριστη […]».
  • Η ΕφΘες 1097/2015 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αναφέρει ότι: «[…] Η άνοδος ή η πτώση των εμπορικών δραστηριοτήτων, εξαρτάται, από διάφορους, αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, όπως είναι οι γενικές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, οι απρόβλεπτες περιπλοκές στις διεθνείς εξελίξεις, η ανοδική ή πτωτική τάση του διεθνούς εμπορίου και των διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών, οι οποίοι (παράγοντες) δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν και σε ποιο ποσοστό θα σημειωθεί άνοδος ή πτώση των κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων σε ορισμένα συγκεκριμένα χρονικά και τοπικά όρια. Συνεπώς η εκκίνηση διαφυγόντων κερδών απαιτεί ενδελεχή αναφορά των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων και των ειδικών περιστάσεων […]».
  • Κατά την ΠΠρΑθ 1016/2013 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ):  «[…] Συγκεκριμένα το σχολικό έτος 2003-2004 η ενάγουσα είχε 296 σπουδαστές, ενώ μετά διαφήμιση που υπήρξε το 2005 μέσω φεϊγ βολάν οι σπουδαστές αυξήθηκαν από 299 σε 331 ενώ το 2006 από 331 σε 401 σπουδαστές. Κατόπιν τούτων το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ενόψει της κατά τα άνω λειτουργίας και υποδομής, υλικοτεχνικής και ανθρώπινου δυναμικού και του χρόνου λειτουργίας της ενάγουσας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι μετά βεβαιότητας προσδοκώμενη και αναμενόταν κατά το έτος 2007-2008 μια αύξηση κατά ποσοστό 10% των νέων εγγραφών λαμβανομένου υπόψη των διαφημίσεων μέσω φεϊγ βολάν, καρτών , διαφημιστικών φυλλαδίων που προέβη η ενάγουσα […]».


4. Αντί επιλόγου:

Ενόψει όλων των ανωτέρω διαφωτίζεται η σημασία ανάληψης πρωτοβουλιών εκ μέρους του δικαιούχου της αξίωσης αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη. Η ανάληψη των πρωτοβουλιών αυτών – υπό τη μορφή των προπαρασκευαστικών μέτρων -  διαμορφώνουν μία πορεία κέρδους, που διαφέρει από το συνηθισμένο κατά την κοινή πείρα κέρδος, με αποτέλεσμα να καθίσταται πιο ευχερές για το Δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη και την έκτασή του. 

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ σε Εκκαθάριση ΑΕ απο Απόφ.Γ.Σ./2008. Διάρκεια ΠΡΟΣΩΡΙΝΏΝ ΕΚΚΑΘ. (Δικηγ.Εταιρεία ΨΑΡΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΣ αναδημ. Απόφασης)

Εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2474/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία έγινε δεκτή αίτη...